Ο παραπάνω τίτλος, αποτελεί παράφραση του τίτλου ενός εξαιρετικού κειμένου, του πολυαγαπημένου και εξέχοντα έλληνα στοχαστή, κ.Θεοδόση Τάσσιου, που διακρίνεται για το σύγχρονο και ακέραιο πνεύμα του.

Ακολουθούν κάποιες δικές μου σκέψεις και σχόλια παρακάτω, με αφορμή ανάμεσα σε άλλα – και το κείμενο του κ.Τάσσιου – που νομίζω συγκλονίζει.

Δε θα μπορούσα λοιπόν να συμφωνώ περισσότερο με τα παρακάτω γραφόμενά του εν λόγω συγγραφέα, ως ενεργή πολίτης και ως κοινωνική επιστήμονας.

Το αντικείμενο της καθημερινής εργασίας μου στην άσκηση του επαγγέλματός μου ως Σύμβουλος Οικογένειας – Ψυχοθεραπεύτρια, είναι ο εντοπισμός και η ανάδειξη αυτών που αποτελούν τα αίτια στο όποιο ψυχολογικό πρόβλημα ή στο όποιο ψυχογενούς βάσης σύμπτωμα – και όχι απλά η ενασχόληση μου με αυτό καθ’ αυτό το εμφανιζόμενο σύμπτωμα.

Το σύμπτωμα είναι απλά ένα καμπανάκι για το ότι κάτι δεν είναι καλά μέσα μας. Είναι ας πούμε, η αφορμή να προβληματιστούμε και αποτελεί μόνο την κορυφή ενός παγόβουνου!

Τέτοια προβλήματα που μου εμπιστεύονται οι πελάτες μου, μπορεί να είναι, ατομικά και προσωπικά (όπως π.χ. άγχος/ κρίσιμες αλλαγές ζωής και διαχείρισή τους),

ή προβλήματα στη σχέση των ζευγαριών και πως καταλήγουν από αγαπημένοι να γίνονται αδιάφοροι συγκάτοικοι ή και εχθρικοί μεταξύ τους (π.χ διαχείριση διαζυγίου, ελεγκτική συμπεριφορά, απάθεια ή συγκρούσεις),

καθώς και προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική οικογένεια με τα παιδιά και τις ενδοοικογενειακές σχέσεις και δυναμικές (π.χ. διαπαιδαγώγηση, προσκόλληση, μελέτη, κτλ).

Οι σχέσεις στην ελληνική πραγματικότητα φαίνεται να διακρίνονται από σημαντικά κενά και έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των μελών – όπως διακρίνουμε από τα αιτήματα για βοήθεια των ίδιων των ενδιαφερομένων, οι οποίοι υιοθετούν σαν τρόπο διαχείρισης των μεταξύ των σχέσεων, συνεχείς άμυνες ή επιθετικότητα και ενίοτε και καταφυγή σε ψέματα.

Συνεπώς, παρά τα πολλά και σοβαρά άλλα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικογένειας, δεν είναι καθόλου ασύνηθες τα μέλη της να αισθάνονται, προδομένα, με ένα αίσθημα έλλειψης σεβασμού και αυτοσεβασμού.

Απεριόριστα εκτιμώ το εργαλείο που έχω στα χέρια μου – την επιστήμη της ψυχολογίας και τα ερμηνευτικά όσο και ψυχαναλυτικά εργαλεία – που μου παρέχουν βασικές δυνατότητες να διαβλέπω λίγο καλλίτερα – μέσω αθέατων συνδέσεων, τι συμβαίνει στο παρασκήνιο σε σχέση με τα κίνητρα, τους στόχους και την εξέλιξη των πραγμάτων, παραβλέποντας — το πολλές φορές, φανφαρώδες και αποπλανητικό προσκήνιο. Το τι παρουσιάζεται διά γυμνού οφθαλμού και στην επιφάνεια των πραγμάτων – σαν μία πρώτη ανάγνωση και πολλές φορές και με έναν αφοπλιστικά πειστικό τρόπο, δεν είναι αυτό που πραγματικά είναι το κυρίως πρόβλημά μας.

Βρήκα ενδιαφέρον – μετά τα ερωτήματα και τους προβληματισμούς του έλληνα πολίτη που μου μεταφέρονται από διάφορους κύκλους, να επιχειρήσω να κάνω έναν παραλληλισμό από μία ψυχολογική ματιά – σε μία προσπάθεια να καταλάβουμε περισσότερο τους εαυτούς μας.

Δρούμε ως γονείς καθημερινά, αλλά και ως άνθρωποι και πολίτες γενικότερα, σε μία διευρυμένη «οικογένεια» – αφού μία χώρα μπορεί να νοηθεί και ως μία «διευρυμένη οικογένεια» – και ο τίτλος «γονέας» είναι μέρος του πολίτη που δρα.

Εάν ενσκύψουμε στη σημερινή κατάσταση της Ελλάδας γενικά, θα επιβεβαιώναμε ότι το πελατειακό κράτος κατέστρεψε τη χώρα μας και συνέτεινε σε αυτό και η στάση του εκάστου από εμάς, της ανάγκης υιοθέτησης μίας εγωιστικής εξασφάλισης, ενάντια στην εξασφάλιση του συνόλου και της ομάδας.

Τι σημαίνει αυτό από ψυχολογικής πλευράς?
Οι πολιτικοί, όπως οι γονείς μας – με την έννοια ότι οι πολιτικοί αποτελούν τους «γονείς» για τους πολίτες μίας χώρας, μας αντιμετώπισαν εμάς «τα παιδιά», τους πολίτες δηλαδή, χρησιμοθηρικά και χειριστικά.
Υπήρξαν χειριστικοί γονείς και όχι υπεύθυνοι γονείς.

Τι σημαίνει χειριστικός γονέας?
Σημαίνει αδύναμος να «κερδίσει» με την αξία του και το «ανάστημά του» τη θετική στάση και συμπεριφορά των παιδιών του.

Σημαίνει ότι δεν εμπνέει στα παιδιά του ( και αυριανούς πολίτες) το σεβασμό, αντιθέτως προσπαθεί να τον επιβάλλει με το να επιλέγει να γίνεται αρεστός περισσότερο, κάνοντας είτε χάρες, είτε υποχωρώντας σε πράγματα που άλλες στιγμές θεωρούσε, ή ήταν, αδιαπραγμάτευτα.

Άλλες φορές δε, όταν και η διάθεσή του γονέα είναι επιβαρυμένη για δικούς του λόγους, για να μην ενοχλείται με τα ίδια πράγματα που άλλες φορές επέτρεπε ή και «χειροκροτούσε», προβαίνει σε απαγορεύσεις «ετσιθελικά», με αποτέλεσμα το παιδί να αισθάνεται μπερδεμένο ως προς το τι τελικά περιμένει ο γονιός του από το ίδιο – και φυσικά και θυμωμένο αφού δεν έχει μία σταθερή βάση να πατήσει.

Οι γονείς που δεν εφαρμόζουν σταθερούς και δίκαιους κανόνες κάτω από όλες τις περιστάσεις – και καταφεύγουν περισσότερο σε χατίρια ή υπαναχωρήσεις προς όφελος της βολής των ιδίων, ουσιαστικά δυστυχώς, σκάβουν το λάκκο μέσα στον οποίο θα πέσουν και οι ίδιοι.

Κάπως έτσι έχουν τα πράγματα και στη διευρυμένη «οικογένειά», στην προκειμένη περίπτωση στην Ελλάδα, μια και το σύνολο αυτών των θυμωμένων και μπερδεμένων παιδιών θα αποτελέσουν τους αυριανούς πολίτες μιας χώρας και τους γονείς που θα δημιουργήσουν κάποιες οικογένειες (ή και τους πολιτικούς που θα ηγηθούν).
Υπήρχε και φαίνεται να υπάρχει ακόμη λοιπόν, σε εξωφρενικό βαθμό, κάτι παράδοξο, παρά την κρίση:
Μία γενικότερη διάσταση συμφερόντων γονέων και παιδιών, πολιτικών και πολιτών!…
Άρα υπάρχει σα μία κούρσα, για ατομική και όχι για συλλογική ωφελιμότητα.

Γλαφυρό παράδειγμα σε επίπεδο χώρας, είναι η έκφραση του πολιτικού μας σκηνικού.
Πώς, σημαντική μερίδα του πολιτικού κόσμου, εμφορούμενοι από μία προσωπική ανάγκη, φαίνεται να παραγκωνίζουν ή και αμφισβητούν τη δύναμη της συνεργασίας και τη δύναμη της ομάδας – εξ’ ου και ζητούν αυτοδύναμες λύσεις κυβέρνησης – υπερτονίζοντας και διαιωνίζοντας στην ουσία, τα μειονεκτήματά μας και τις παθογένειές μας ως λαό – αφού η στάση τους μιλά καθαρά για αδυναμία «να τα βρούμε όπως δεν τα βρίσκαμε πάντοτε».

Με άλλα λόγια δηλαδή, ότι δεν έχουμε, όπως ονομάζουμε στη ψυχολογία, δυνατότητα στο να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις και το κλίμα για να συνευρεθούμε ως ανθρώπινα όντα που μπορούν να συνεργαστούν – δυνατότητα να εμπεριέξουμε νέα πράγματα, να τα ζυμώσουμε με τα αρχικά δικά μας και να καταλήξουμε σε κάτι νέο – εμπλουτισμένο και διαφορετικό από το αρχικό.

Έτσι όμως αμφισβητείται ευθέως η δυνατότητα του Έλληνα να εξελιχθεί, κάνοντας τη μετάβαση στο επόμενο στάδιο, ανώτερο εξελικτικά και άρα και ωριμότερο στο φάσμα της ανάπτυξής του. Αυτή η διαδικασία, αφορά στην εσωτερική «θεμελίωση» ενός ανθρώπου και στη δυνατότητα να συνευρίσκεται διαλλακτικά, να κάνει σχέση με τους άλλους ανθρώπους εγκαταλείποντας τη βρεφική μονήρη μου κατάσταση, τον εγωκεντρισμό του παιδιού – που η δυνατότητά του ήταν αρχικά να παίζει μόνο του, αφού δεν είχε αναπτύξει ακόμη τη δεξιότητα του «παίζω με ένα άλλο παιδί μαζί», το οποίο στην ενήλικη ζωή μεταφράζεται στο «απευθύνομαι και συνδιαλέγομαι με τον άλλον», ούτε και του εμπερικλείω κι ένα δεύτερο πρόσωπο σε ένα σκηνικό όπου μαθαίνω να μοιράζομαι τα πράγματα.

Το να παραμένει αρνητικός κάποιος στην έννοια της συνεργασίας είναι σα να μη δύναται να μεταβεί ψυχολογικά, σε πιο εξελιγμένα και περίπλοκα στάδια ωρίμανσης (αφού ενέχονται δύο άτομα και όχι ένα πια) της ψυχοσεξουαλικής του εξέλιξης!

Υπάρχει κι άλλη αυτουποτιμητική αποχρώσα παράμετρος σε αυτές τις τοποθετήσεις περί παραμονής ουσιαστικά σε πιο πρώϊμα στάδια ανάπτυξης, όπου χαρακτηρίζονται από τον γνωστό παιδικό εγωκεντρισμό και ατομισμό.
Αφορά στο ότι οι γονείς – αν λάβουμε υπόψη το παράδειγμα της οικογένειας (οι ίδιοι οι πολιτικοί δηλαδή) – είναι τόσο ασταθείς, που αδυνατούν να εξεύρουν τρόπους να διαχειριστούν από κοινού (όπως κατ’αναλογία ένα ζευγάρι που έχει διαφορές μεταξύ του) δύσκολες καταστάσεις, ενώ ταυτόχρονα θέλουν να ηγούνται της οικογένειας (δηλαδή της χώρας!)…
Σα να υπονοείται και θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος…. ότι αυτοί οι γονείς είναι μόνο για τα εύκολα!
Άρα δεν προσφέρουν την απαιτούμενη ασφάλεια που χρειάζεται ο άνθρωπος για να δημιουργήσει και να αναπτυχθεί, μέσα σε μία γερή κοινωνία, όπου υπάρχουν οι μηχανισμοί προστασίας του και ένα πλαίσιο λειτουργίας, τα οποία προσδιορίζονται από γονείς γεμάτο ενσυναίσθηση, ικανότητα να διαχειριστούν αποτελεσματικά τα όρια, προνοητικότητα, συνεργατικότητα και σθένος να ανταπεξέλθουν στις διάφορες ταλαντεύσεις και δυσκολίες.

Αντί αυτού του μονοκρατορικού υπερφίαλου μοντέλου, αυτό που θα χρειαζόταν να γίνει, είναι να υπάρχει ισχυρή η απαίτηση των γονέων-πολιτικών που πιστεύουν ότι και οι ίδιοι είναι αρκούντως δυνατοί να κινούνται σε δύσβατους δρόμους και που μπορούν και αντέχουν την ασάφεια, να στρέψουν τα «παιδιά τους» σε έναν προσανατολισμό υγείας, δίνοντας οι ίδιοι πρωτίστως το καλό παράδειγμα: Να τα βρίσκουν οι ίδιοι μεταξύ τους (οι γονείς/ οι πολιτικοί).

Έτσι θα αποφύγουν να εξελιχθούν αυτά τα «παιδιά» (πολίτες), σε προβληματικά όντα και προβληματικούς μη παραγωγικούς και καταστροφικούς πολίτες αύριο, που θα σπάνε, θα ρημάζουν, δε θα δουλεύουν, θα είναι θυμωμένα, θα παθαίνουν κατάθλιψη και πολλά άλλα δεινά που προέρχονται από την παραμέληση ή την ανακόλουθη διαπαιδαγώγηση και αντιμετώπιση!

Θα αποφύγουν να φθάσουν τα παιδιά αυτά (οι πολίτες), να έχουν την αίσθηση ότι αποτέλεσαν το «μπαλάκι» στα χέρια αυτών που θάπρεπε να τα φροντίζουν περισσότερο από όλους, αν με τη στάση τους και τα έργα τους, οι γονείς/πολιτικοί, ενσαρκώνουν, τη τέχνη του συμβιώνω αρμονικά, δεδομένου επιπλέον, ότι το συμφέρον είναι κοινό για όλους τους διαμένοντες στη Ιερουσαλήμ!
Και ποιο είναι αυτό το κοινό συμφέρον?
Αυτή η χώρα (και η οικογένεια) να πάει μπροστά και να ανθίσει, γιατί φαίνεται έχουμε σκοντάψει εδώ και πολλά πολλά χρόνια, στις πέτρες της διχόνοιας και της εξουσιομανίας!!

Η συναίνεση και η συνεργατικότητα απαιτείται ως μία ανάγκη απορρέουσα από την πραγματικότητα και χρέος αυτών που ηγούνται είναι να έχουν αυτό τον στόχο και μόνο.
Όπως θα απαιτούνταν ανάλογες λύσεις συναίνεσης στη διαχείριση ενός π.χ. επιτυχημένου συναινετικού διαζυγίου. Άλλωστε όταν ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο, έπλασε δύο, οπότε και έθεσε το θεμέλιο λίθο της κατάργησης της μονοκρατορίας.

Μεγαλώνοντας, η μοίρα των ανθρώπων και ο προορισμός είναι εκ της δημιουργίας των, να γίνονται δύο (γάμος – συντροφικότητα) και να συστήνουν ομάδες – πράγμα που της βρεφικής ηλικίας το μωρό π.χ. αδυνατεί να πράξει, γι αυτό και τα παιδιά αρχίζουν και παίζουν με άλλα παιδα από τα 4χρ. και μετά που ωριμάζουν νευροψυχοσυναισθηματικά..

Ο βαθμός ικανότητας συνεργασίας ενός παιδιού, άρα κι ενός ενήλικα αργότερα με άλλους ανθρώπους, αποτελεί σημαντικό κλινικό κριτήριο εκτίμησης της ωριμότητας που έχει κατακτήσει το παιδί και της υγιούς εξελικτικής του πορείας, ή της απόκλισης από μία υγιή ανάπτυξη…..

Λέμε ότι η σταθερή οικογένεια, μαζί με τη γονιδιακή κληρονομιά αποτελούν το σημαντικότερο εφόδιο που έχει ένας άνθρωπος στη ζωή του για πρόοδο και εξέλιξη και όχι τόσο η κοινωνική του θέση, ή η οικονομική κατάσταση των γονέων του, κτλ…

Θεωρώ ότι μία από τις πιο επικίνδυνες εξελίξεις στην εποχή μας είναι οι politicless! (απολιτικ) συμπεριφορές μας. Οι συγκεχυμένες ή αντιφατικές και ανακόλουθες λόγων και έργων δηλαδή πολιτικές και το εγωκεντρικό συνοθύλευμα κάτω ίσως από μία αγωνία ή ο φόβο για εξασφάλιση και εξέλιξη.
Αυτές οι συμπεριφορές αφορούν και τις απλές ακόμη καθημερινές στάσεις μας στην καθημερινότητά μας και στις εν γένει επιλογές μας.

Κάθε μέρα ο καθένας από εμάς ασκεί «πολιτική» στο σπίτι του, στην εργασία του, με τους φίλους του. Καλείται δηλαδή να εφαρμόσει κανόνες, να βάλει όρια, να εκφράσει επιθυμίες να επιδιώξει ή οχι «αυτά» ή τα «άλλα».
Οι επιλογές μας και οι συμπεριφορές μας που στερούνται έρματος, που στερούνται ιδεολογίας και ξεκάθαρης θέσης, είναι αποκύημα του «Fatherless Societies» το οποίο οδήγησε στο Politicless Societies.
Από τις κοινωνίες δηλαδή με έλλειμμα ενεργής παρουσίας πατέρα και έλλειμμα υψηλής υπόστασης της φιγούρας του πατέρα και του ρόλου του, κοινωνιών δηλαδή που διακρίνονται από έναν απαξιωμένο και ευνουχισμένο πατρικό ρόλο και φιγούρα του πατέρα (λόγω πολλών διαζυγίων, αλλαγής θέσης της γυναίκας στην κοινωνία, μεγάλης και ξαφνικής ανάπτυξης της τεχνολογίας, κτλ.), φθάσαμε στις κοινωνίες με γονείς χωρίς ξεκάθαρη θέση και κανόνες (χωρίς σταθερή και ξεκάθαρη πολιτική διαχείρισης της οικογένειας), με μπερδεμένους γονείς και άρα μπερδεμένους πολιτικούς, αφού οι πολιτικοί ενέχουν θέση «γονέων» όπως προανέφερα.

Αυτή η εξέλιξη φέρει ως συνέπειες, περισσότερα και βαθύτερα ελλείμματα με μπερδεμένα παιδιά (μπερδεμένους, κουρασμένους, αγανακτισμένους, θυμωμένους, ανασφαλείς και καταθλιμμένους πολίτες και άρα στερημένους ανθρώπους που αδηφάγα στη συνέχεια θέλουν να τους δοθούν «τα πιο πολλά», ή «τα θέλουν όλα!» ώστε να νιώθουν αυτοδύναμοι! και άρα παντοδύναμοι – αφού μέχρι τώρα ήταν στην πλάστιγγα της τύχης από τους ίδιους τους γονείς τους, που υποτίθεται νοιάζονταν γιαυτούς!)
Είμαστε πρώτη στην κατάταξη ως χώρα ανάμεσα σε άλλες ευρωπαϊκές/δυτικές, σε διαφθορά! (σε διεφθαρμένους ανάλγητους γονείς που «εκπόρνευσαν» τα παιδιά τους!)

Χρειαζόμαστε κατεπειγόντως τα «Μαθήματα Ζωής» ή τις «Σχολές Γονέων» και τα σεμινάρια ευαισθητοποίησης της οικογένειας.
Χρειαζόμαστε ως κοινωνία την υποχρεωτική εκπαίδευση των γονέων – πριν γίνουν γονείς και βέβαια χρειάζεται να ενισχύσουμε την κυριότερη βαθμίδα εκπαίδευσης και καθοριστική για τον χαρακτήρα του αυριανού πολίτη, το νηπιαγωγείο, καθώς αφορά στα 5 πρώτα βασικότερα χρόνια ζωής του ανθρώπου όπου τίθενται αμετάκλητα σε τεράστιο βαθμό τα θεμέλια της προσωπικότητας του κάθε αυριανού ενήλικα!
Αναφέρει λοιπόν, στη συνέντευξη που έδωσε στον ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΛΑΚΑΣΑ στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, στο φύλο της 25.12.15, ο κ.Θεοδόσης Τάσσιος (http://www.kathimerini.gr/843694/article/proswpa/geyma-me-thn-k/8eodoshs-tasios-h-kalh-paideia-einai-8ema-e8nikhs-epiviwshs):

«Ουσιαστικά είμαστε μαστροποί των παιδιών μας, διότι δανειστήκαμε αφειδώς για να περάσουμε καλά, αλλά τα δανεικά θα τα πληρώσουν οι επόμενες γενιές. Προτάξαμε μια ηθική προτεραιότητα που συγκεφαλαιωνόταν στο “εγώ, εδώ και τώρα”, ενώ η λυδία λίθος του ηθικού ενεργήματος είναι το “εσύ, αλλού και ύστερα”. Το στένεμα της αντίληψής μας για το πώς πρέπει να λειτουργεί η κοινωνία μας, συνιστά την αποτυχία μας» συνοψίζει χαρακτηριστικά ο Θεοδόσης Τάσσιος.

Ο λόγος του πανεπιστημιακού ήταν πάντα καίριος στα χρόνια της μεταπολίτευσης – τόσο από τα έδρανα του ΕΜΠ όσο και από άλλα εσωτερικά και διεθνή φόρα. Εχει δημοσιεύσει 430 επιστημονικές εργασίες και συγγράψει 49 βιβλία σε διάφορες γλώσσες και είναι επίτιμος διδάκτωρ έξι πανεπιστημίων. Μετά άλλον έναν δύσκολο για την Ελλάδα χρόνο, στην κουβέντα μας ανέδειξε την πίκρα του για την πορεία της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά και τη δική του δύναμη να κοιτάζει μπροστά, συμπυκνώνοντας τη σοφία της ηλικίας και της ευρύτατης -σπάνιας-παιδείας.

«Νιώθω την ίδια ταπείνωση, που ένιωθα κατά τη δικτατορία».

Έχω δώσει περί τις χίλιες διαλέξεις, στην προσπάθειά μου να συμβάλω στη βελτίωση της γνωσιακής και της ηθικοπολιτικής αυτοσυνειδησίας. Τα ίδια υποστήριζα και λίγο μετά την πτώση της Χούντας, όταν αρχίσαμε να ξεχνάμε τα ιδεώδη μας, όμως φτάσαμε στο σήμερα και τίποτε δεν έχει αλλάξει. Κατά έναν τρόπο απέτυχα», ήταν τα πρώτα του λόγια στο εντευκτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου συναντηθήκαμε.

«Ωστόσο…» λέει, και αφήνει μετέωρο τον λόγο του με μια μικρή παύση. «Ωστόσο, είμαι αγωνιστικά απαισιόδοξος. Επ’ αγαθώ η διάψευση της απαισιοδοξίας» προσθέτει χαμογελώντας.

Ο παράγων άνθρωπος
«Πολλοί πολιτικοί και επιστήμονες φαντάζονται ότι οι κοινωνίες είναι κουρδισμένα κουτιά, απουσία του ανθρώπου. Δεν πιστεύω ότι είναι έτσι. Ο Ινδός οικονομολόγος Αμάρτια Σεν πήρε το 1998 το Νομπέλ Οικονομικών Επιστημών για τη θεωρία της κοινωνικής επιλογής, ουσιαστικά επειδή υπέδειξε ότι η πολιτική είναι ηθική. Ο Αριστοτέλης έλεγε πως ό,τι κάνεις για τον άλλον, το κάνεις για σένα, για να εισπράττεις χαρά. Για να ενεργήσουμε με σοβαρότητα και προς όφελος όλων, δεν χρειάζεται να ζούμε επαίνους μετά θάνατον. Το κέρδος μας ως πολίτες πρέπει να το εισπράττουμε τώρα, σαν μια μπροστάντζα της χαράς που προσφέρουμε στον άλλο. Βέβαια, ο Μπέρτραντ Ράσελ είχε κατηγορήσει τον Αριστοτέλη για εγωισμό. Φαίνεται ότι και οι μεγαλοφυΐες δεν εμποδίζονται να λένε πότε-πότε και καμιά σαχλαμάρα, γιατί είναι δεσμευμένοι από τα δεσμά υψηλών θεωριών» παρατηρεί.

«Άλλο αν ο Ράσελ -Βρετανός, φιλόσοφος και ειρηνιστής με Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1950- έχει αφήσει εμβληματική κληρονομιά εναντίον κάθε είδους φανατισμού, τη φράση του: “Δεν θα πέθαινα ποτέ για τις ιδέες μου, γιατί μπορεί να έκανα λάθος”» συμπληρώνει.

– Τι είναι, λοιπόν, η ηθικοπολιτική αυτοσυνειδησία;
– Η αντίληψη του πρακτέου κατά τέτοιον τρόπο ώστε να βελτιστοποιηθούν όλες οι ανάγκες του λαού για την παρούσα και κυρίως για τις επόμενες γενιές. Σε αυτόν τον στόχο, το ελληνικό κράτος και η κοινωνία απέτυχαν, και δη τις τελευταίες δεκαετίες. Τα δείγματα ότι η κοινωνία δεν πάει καλά δεν ήταν άγνωστα. Επί χρόνια όλες οι συντεχνίες κατάφερναν να παίρνουν αυξήσεις έτσι ώστε να φτάσουμε να έχουμε απολαβές 30% υψηλότερες από την Ισπανία, παρότι τα οικονομικά της χώρας χειροτέρευαν. Οι πολιτικοί έκαναν αυτό που ήθελε ο λαός, με απόλυτη ακρίβεια. Από κάτω ήταν η πίεση. Δείτε, για παράδειγμα, την κατάληξη της πρότασης Γιαννίτση για μεταρρύθμιση στο ασφαλιστικό σύστημα. Ο Γιαννίτσης πρότεινε «στερήσεις εδώ και τώρα για χάρη του εκεί και ύστερα». Απέτυχε, διότι ξεσηκώθηκε ο λαός που δεν μπορούσε να διανοηθεί μια τέτοια στάση.
– Είναι θέμα παιδείας μας; Μήπως την κύρια ευθύνη την έχουν οι πολιτικοί;
– Η λύση δεν μπορεί να είναι μονόπλευρη. Ας θυμηθούμε τι θα πει «πολιτική λύση». Μια τέτοια λύση εκφράζει αξιακές προτεραιότητες. Π.χ. θυσιάζουμε την αύξηση των συντάξεων για χάρη της βελτίωσης του οδικού δικτύου. Καμιά επιστήμη δεν μπορεί να λάβει τέτοιες αποφάσεις. Η επιστήμη οφείλει να περιγράφει λεπτομερώς το κόστος και τις συνέπειες μιας τέτοιας προτίμησης. Από την πλευρά του, ο πολιτικός που «αναγγέλλει» την απόφασή του, χωρίς πλήρη περιγραφή των συνεπειών της είναι απατεών (αθελήτως βέβαια…).

Αυξήσεις στους δασκάλους και συνεχής αξιολόγηση
«Αρχίζει να ακούεται έντονα ο “ξύλινος λόγος” μόλις διαβάσεις τις πρώτες σελίδες των σχολικών βιβλίων της Αγωγής» λέει, τονίζοντας μία πρότασή του η οποία συχνά επανήλθε κατά τη διάρκεια της κουβέντας μας:

«Μας χρειάζεται ένα δεκαπενταετές πλάνο ηθοπαιδείας. Η ηθοπαιδεία είναι η μύηση στο γλυκό κρασί της φιλότητας. Δεν είναι κατάλογος φρονηματισμού, ούτε μετακένωση γνώσεων, όπως επιχειρεί το σημερινό σχολείο. Αγωγή σημαίνει μαθητεία, μύηση, συμμετοχή, παράδειγμα, βίωμα. Αυτά είναι ανεπαρκή στο σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα και για να μπορέσουν να περάσουν από τη μία γενιά στην άλλη και να αποκτήσουν στέρεες βάσεις στην κοινωνία, χρειάζονται μία δεκαπενταετία παλλαϊκής προσπάθειας».

Ο κ. Τάσιος προσθέτει: «Είναι μάλλον προφανές ότι χρειαζόμαστε όξυνση του ηθικού ενεργήματος για να δημιουργήσουμε καλύτερους πολίτες. Μία αίσθηση πειστικού καθήκοντος. Αλλιώτικα, δεν δομείται κοινωνία. Θα υποφέρουμε, αλλά με το παράδειγμά μας θα μειώσουμε τις δυσμενείς συνέπειες της αθλιότητας που άλλοι προκάλεσαν, και αυτό, ανακουφίζοντας την επόμενη γενιά, θα μας δώσει χαρά και ικανοποίηση. Είναι ζήτημα αξιακών, δηλαδή πολιτικών προτεραιοτήτων για τη χώρα». Εστιάζει στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση: «στα Νηπιαγωγεία διαμορφώνονται οι άνθρωποι με το πολιτικό ήθος» λέει. Του επισημαίνω ότι για να γίνουν ουσιαστικές και με θεμέλια αλλαγές στην εκπαίδευση, χρειάζονται εκτός από την πολιτική στρατηγική, και εκπαιδευτικοί που να μπορέσουν να την κάνουν πράξη. Και αυτό ίσως δεν απαιτεί μόνο επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, αλλά και αλλαγή της κουλτούρας τους.

«Είναι πράγματι εξαιρετικά δύσκολο να βρεις σήμερα τους 120.000 (όσοι δηλαδή υπηρετούν στα σχολεία) πολύ καλούς δασκάλους – δημόσιους λειτουργούς, που χρειαζόμαστε. Φοβούμαι ότι κάμποσοι απ’ αυτούς είναι ίσως βαλτωμένοι στην ήσσονα προσπάθεια, όπως και κάμποσοι από εμάς. Ωστόσο, η δουλειά τους έχει αμεσότερη συνέπεια για το μέλλον της χώρας μας. Αρα, και τους μισθούς τους οφείλουμε να αυξήσουμε και τις διαδικασίες πρόσληψης και συνεχούς αξιολόγησής τους να ουσιαστικοποιήσουμε. Οπως φαίνεται ότι έγινε στην Κύπρο πριν από λίγες δεκαετίες με λαμπρά αποτελέσματα στη στάθμη μόρφωσης σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες. Είναι δυσανάλογα μεγάλες οι επιπτώσεις για το μέλλον των πολιτών. Ολα τα σημερινά προβλήματα της παιδείας πάντως, είναι καθρέφτισμα των προβλημάτων του λαού».

Είναι όνειδος να θέλουμε να διοικούν το πανεπιστήμιο παιδιά λυκείου
– Πώς βλέπετε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με τη σύμπλευση των Ανεξάρτητων Ελλήνων για δεύτερη φορά;
– Δεν άκουσα έναν συγκροτημένο πολιτικό λόγο, με το υπόβαθρο του Ορθού Λόγου της Κοινωνικής Αριστεράς που δεν αλληθωρίζει με ολοκληρωτισμούς. Αντ’ αυτού, ακούγοντας τις αντιφατικές φλυαρίες ορισμένων -λίγων, ευτυχώς- υπουργών, αγωνιούσα μήπως μας φέρουν πίσω στην ευδαίμονα Βενεζουέλα. Ωστόσο, αποδεικνύεται τώρα εντονότερα το ευρύτερο έλλειμμα πολιτικής αυτοσυνειδησίας μας, για το οποίο μιλούσα τον περασμένο Γενάρη στο περιοδικό Economist.
– Γιατί πιστεύετε ότι τα εκλογικά ποσοστά της Χρυσής Αυγής διατηρήθηκαν σε τέτοια επίπεδα;
– Έχω αναφερθεί στο παρελθόν στο έλλειμμα δημοκρατικότητας ενός μικρού τμήματος του λαού μας, καθώς και στην πολιτική αφέλεια της πίστης σε ολοκληρωτικές δήθεν λύσεις, τρομάρα μας. Δεν ντρέπομαι λοιπόν να παραδεχθώ ότι δεν εκπλήσσομαι από τη σταθερότητα των ποσοστών των οπαδών του ολοκληρωτισμού.
– Ο πρώην υπουργός Παιδείας Αριστείδης Μπαλτάς ήταν συνάδελφός σας στο ΕΜΠ. Ξεκίνησε τη θητεία του με περγαμηνές αλλά γρήγορα απογοήτευσε πολλούς με τις επιλογές του.
– Ο Αριστείδης Μπαλτάς είναι προικισμένος επιστήμων και πολύ καλός δάσκαλος. Πρωτοστάτησα ως εισηγητής στη βράβευσή του με το βραβείο εξαίρετης πανεπιστημιακής διδασκαλίας Ξανθόπουλου – Πνευματικού. Oμως, πρόσφατα σχημάτισα την εντύπωση ότι ενδέχεται να υπόκειται στα δεσμά ορισμένων ιδεοληψιών. Για παράδειγμα, η πρόταση για κατάργηση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας. Αν θέλεις να αποκαταστήσεις τη δημοκρατία στα πανεπιστήμια, οφείλεις να έχεις το θάρρος να παραδεχθείς ότι η εκλογική διαδικασία με τις κάλπες έχει προβλήματα, έχει στοιχεία αντιδημοκρατικότητας. Oλοι γνωρίζουμε τα περιστατικά βίας από μειοψηφίες φοιτητών κατά τη διάρκεια εκλογών με κάλπη. Το τελευταίο που θα φανταζόμουν είναι να χαρακτηρίζεται η ηλεκτρονική ψηφοφορία αντιδημοκρατική στα ελληνικά ΑΕΙ!

– Θεωρείτε επικοινωνιακό του λάθος να χαρακτηρίσει ρετσινιά την αριστεία;
– Το λάθος είναι κατ’ αρχήν φιλοσοφικό. Oταν κάποιος θέλει να χτυπήσει τον ελιτισμό, δεν το κάνει επειδή υπάρχουν παιδιά με μυαλό που θέλουν να φοιτήσουν σε ένα καλύτερο σχολείο. Το κάνει επειδή επιδιώκει να περιορίσει την κοινωνική αδικία ενώπιον της παιδείας. Θα έπρεπε, λοιπόν, να στρέψει τις ενέργειές του εκεί που γεννιέται η αδικία, στο μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο των γονέων, δηλαδή. Ο Κένεντι υποκαθιστούσε τη μορφωτική υστέρηση των γονέων με μία πολιτική παρέμβαση μορφωτικού χαρακτήρα στη ρίζα, μέσα στα σπίτια των φτωχών. Τις ίδιες παρεμβάσεις στις γειτονιές έκαναν και οι Γάλλοι σοσιαλιστές. Αντί να κάνει κάτι ανάλογο, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να εκδικηθεί τα παιδιά που έχουν μυαλό και δεν τα αφήνει να φοιτήσουν, μέσω εξετάσεων, στα Πρότυπα σχολεία για να αναπτύξουν τις ικανότητές τους, όπως δικαιούνται ως πολίτες. Αυτό είναι αυτοκτονικό για τον λαό που περιμένει να φάει ψωμί απ’ τα καλά μυαλά του και απαράδεκτο για τα παιδιά.

Τα Συμβούλια Ιδρυμάτων
– Πώς κρίνετε την κατάργηση των Συμβουλίων στα ΑΕΙ, όπου μετείχαν Ελληνες πανεπιστημιακοί που διαπρέπουν στο εξωτερικό;
– Είναι όνειδος να θέλουμε να διοικούν το πανεπιστήμιο τα παιδιά του Λυκείου που μόλις εισήλθαν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, και όχι εκείνα τα παιδιά που βγήκαν από τα ελληνικά πανεπιστήμια και τώρα διαπρέπουν. Εξάλλου, ο εναγκαλισμός κάμποσων πρυτάνεων με τα θλιβερά, ενδοσχολικά παραρτήματα των κομμάτων, πώς αλλιώς θα παταχθεί; Αφήστε λοιπόν τον θεσμό των Συμβουλίων να δοκιμασθεί, και τότε τον ξανακρίνουμε. Εμπειρικά όμως και όχι με ιδεολογικά κριτήρια.

«Οι επιλογές αυτές μπορεί να οφείλονται στο ότι εμείς πιστεύουμε πως είμαστε καλύτεροι από τους δυτικούς που εφαρμόζουν τέτοια συστήματα, και άρα δεν τα χρειαζόμαστε. Αλλωστε, είμαστε απόγονοι του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού» παρατηρώ.

«Ας τα αφήσουν αυτά τα ελληναράδικα. Μπορεί να ήταν απαραίτητα για την τόνωση της εθνικής μας ταυτότητας το 1800, αλλά τώρα; Εκμεταλλευόμαστε ένα κλέος στο οποίο δεν συνεργήσαμε. Γιατί; Και αυτή η στάση είναι θέμα παιδείας, κουλτούρας» λέει και αφού κοντοστέκεται λίγο, τονίζει: «Ισως στο παρελθόν, το επαρκές κίνητρο για να αποκτήσει ένας νέος καλύτερη παιδεία από τους γονείς του ήταν να ξεπεράσει την άθλια κοινωνική διαστρωμάτωση. Τώρα πλέον, μετά την πολλαπλή κρίση που έχει βιώσει η χώρα, είναι και θέμα εθνικής επιβίωσης.

Άλλωστε, η παιδεία είναι εισπνοή παρελθόντος και εκπνοή μέλλοντος».

Φεύγοντας από τον εγωκεντρισμό και την παντοδυναμία που έχουν τα νήπια που θεωρούν ότι «μαγικά» γίνονται τα πάντα ή ότι είναι το επίκεντρο του κόσμου με όλους τους άλλους «υπηρέτες» και δορυφόρους τους καθώς δεν έχουν ακόμη τη συναισθηματική ωριμότητα να είναι σε θέση να καταλάβουν τους άλλους και να μπουν στη θέση των άλλων.

Υποθέτουν ότι όλοι αισθάνονται όπως αυτά αισθάνονται – όπως και θα έχετε ακούσει να λένε: «Δεν το έκανα εγώ, εκείνος το έκανε» ή «το σκαλοπάτι φταίει που χτύπησα το ποδαράκι μου».

Δικαιούμαστε να αναρωτηθούμε άρα, ότι άδικα κάποιοι γονείς με παιδιά μικρής ηλικίας αγωνιούν ώστε το παιδί τους να κοινωνικοποιηθεί; – όπως μου λένε με εξαιρετικό ενδιαφέρον – εκεί γύρω στα 3-4 χρόνια του και θέλουν να το στέλνουν σε ομάδες ομηλίκων του και βέβαια και στο σχολείο προκειμένου να εκπαιδευτεί να είναι συνεργάσιμο…… όταν οι ίδιοι ως ενήλικες δεν είναι συνεργάσιμοι στην καθημερινότητά τους ή δεν τιμούν το πνεύμα συνεργασίας?

Υπονοούν δηλαδή οι γονείς και είναι βασικός πόθος τους, να αποκτήσει το παιδί τους τη δυνατότητα να συνευρίσκεται με τους συμμαθητές του αρμονικά, να μάθει να συνεργάζεται σε κλίμα ομαδικό στην τάξη του και στην ομάδα… Αυτό όμως θα του το έχουν διδάξει οι ίδιοι οι γονείς με τις επιλογές και τη στάση τους γενικότερα.
Τι γίνονται όλα αυτά όμως στην πορεία του μεγαλώματος? Τι διαβρώνει αυτή τους την επιθυμία και καθιστά τους ίδιους ανακόλουθους προς τους αρχικούς τους προβληματισμούς?
Αφού οι ίδιοι σε συζητήσεις για το τι μέλλει γενέσθαι με τη χώρα μας και τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται επιλέγουν μονήρεις πολιτικές;….

Επικοινωνήστε για να μάθετε περισσότερα

Αρέσει σε %d bloggers: