Η οριοθέτηση της συμπεριφοράς των παιδιών και των εφήβων, αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα που καλούνται να κερδίσουν οι γονείς στη σημερινή κοινωνία, δεδομένου ότι όλα τείνουν να «ξεχυλώνουν».

Έχοντας οι γονείς πολλές απαιτήσεις να διαχειριστούν, ελάχιστο χρόνο και ακόμα λιγότερη υπομονή, αλλά τις περισσότερες φορές και μικρές γνώσεις γύρω από τις εξελικτικές φάσεις των παιδιών, τις δυνατότητες και τις ανάγκες της κάθε ηλικίας, εύκολα υποχωρούν στα αιτήματα των παιδιών, παραχωρούν αδόκιμα προνόμια και δημιουργούν – άθελα τους – ένα προηγούμενο, που δυσκολεύονται στη συνέχεια να ανατρέψουν, όταν και οι ίδιοι φθάσουν να ενοχλούνται από τις συνέπειες αυτών των εκτός ορίων προνομίων.

 

Γιατί είναι τόσο επώδυνο για πολλούς να πουν «όχι»στα παιδιά τους και να τα οριοθετήσουν;

Κάποιες – ανάμεσα σε άλλες – εξηγήσεις, είναι:

– Ο ίδιος ο γονιός, έχει βιώσει σαν παιδί την άτσαλη, άδικη και τιμωριτική επιβολή κανόνων επάνω του. Άρα τους θεώρησε ως κάτι «κακό», ως δείγμα έλλειψης αγάπης. Έτσι είναι πιθανό να νιώθει, ότι αν πει «όχι», αυτό θα σημαίνει για το παιδί ότι δεν το αγαπά.

–  Ο γονιός θεωρεί ότι η επιβολή κανόνων και περιορισμών είναι ταυτόσημα με την καταπιεστική, αυταρχική διαπαιδαγώγηση (που πιθανώς και ο ίδιος είχε βιώσει ως παιδί και τώρα ακριβώς εξαιτίας του ότι ο ίδιος είχε «καεί» έχοντας δυσάρεστες ή και θλιβερές αναμνήσεις χαραγμένες στο πετσί του, φθάνει ως αναπλήρωση αυτού, στο άλλο άκρο της υπερβάλουσας επιτρεπτικότητας, ως έναν τρόπο να απαλύνει έμμεσα και τα δικά του συναισθήματα σε σχέση με τα τότε βιώματα, ξαναζώντας την παιδική του ηλικία μέσα από το μεγάλωμα του παιδιού του).

– Συχνά λόγω της έλλειψης χρόνου που βιώνουν στην καθημερινότητά τους, οι γονείς θεωρούν ότι κάνοντας όλα τα χατίρια στα παιδιά τους, αναπληρώνουν τα συναισθηματικά κενά που δημιουργούνται λόγω των ωρών που δεν είναι κοντά τους. Θεωρούν ότι βρίσκουν  αυτόν ως έναν τρόπο, να δείχνουν  στα παιδιά τους την αγάπη τους. Επιπλέον με αυτόν τον τρόπο απενοχοποιούνται για την απουσία τους.

– Οι γονείς ενδέχεται να νιώθουν οι ίδιοι ανεπαρκείς και πιστεύουν ότι δεν έχουν το σθένος και την προσωπικότητα να τα καταφέρουν, επομένως – μπροστά στο φόβο της αποτυχίας και επιβεβαίωσης της ανεπάρκειάς τους, δεν προσπαθούν καν, να θέσουν όρια  στα παιδιά τους.

Γιατί είναι σημαντικό να θέτουμε όρια;                                                                               Όταν δεν υπάρχουν όρια, η πραγματικότητα μπορεί να είναι χαοτική για το παιδί. Από μόνο του όσο είναι μικρό, δεν μπορεί να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του, άρα ο κόσμος και τα πράγματα γύρω του, φαντάζουν σε  μέτρο που είναι έξω από τις δικές του δυνατότητες να εμπεριέξει και να διαχειριστεί.

Όταν το παιδί ακούει το (λελογισμένο) «όχι», μαθαίνει να παραιτείται από την άμεση ικανοποίηση κάθε επιθυμίας του. Με αυτόν τον τρόπο σιγά σιγά καλλιεργείται η υπομονή και η ικανότητα να αντέχει στις στερήσεις και στις μετέπειτα (αναπόφευκτες) ματαιώσεις που συνοδεύουν τη ζωή.

Μαθαίνει να αποδέχεται, ότι στη ζωή υπάρχουν περιορισμοί, ότι δεν είναι παντοκράτωρας, ούτε είναι το κέντρο του κόσμου θεωρώντας ότι δικαιούται να έχει μόνο απαιτήσεις και δικαιώματα, χωρίς συνέπειες και ευθύνες.

 

Με ποιον τρόπο θέτουμε τα όρια; Πώς λέμε «όχι»;

  • Λαμβάνουμε υπόψη την ηλικία του παιδιού.
  • Εξηγούμε πάντοτε το «γιατί», με λίγα, λακωνικά και απλά λόγια.
  • Είμαστε οι ίδιοι συνεπείς στην τήρηση των κανόνων που υιοθετούμε (δε λέμε «ναι» τη μια φορά και «όχι» την άλλη για το ίδιο ακριβώς γεγονός, απλά επειδή έτυχε να είμαστε σε καλλίτερη διάθεση).
  • Δε λέμε «όχι» στα πάντα, έτσι ώστε το παιδί να έχει τη δυνατότητα σε κάθε ευκαιρία να εκφράζεται, να διαπραγματεύεται με τους γονείς του και να μη φοβάται.

‘ Δίνουμε ξεκάθαρα μηνύματα – έχουμε κοινούς κανόνες ως ζευγάρι γονέων. Δε λέει άλλα η μαμά και άλλα ο μπαμπάς. Η σαφήνεια στην έκφραση επίσης, δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών και βοηθάει το παιδί να σχηματίσει μια ξεκάθαρη εικόνα για το τι περιμένουν οι γονείς του από το ίδιο.

Π.χ. Σαφές μήνυμα: «Θα έχετε την ευκαιρία να παίξετε στον υπολογιστή, αφού τελειώσετε τα μαθήματα σας»

Ασαφές μήνυμα: «Ο υπολογιστής  θα ανοίξει αργότερα» ή «όταν το αποφασίσω εγώ»

Οι σύντομες αυτές παραπάνω αναφορές, έχουν ως στόχο να δώσουν κάποιες κατευθύνσεις και να ευαισθητοποιήσουν όλους όσους ασχολούνται με τα παιδιά και τους εφήβους, σε αρχές που πηγάζουν από μελέτες της επιστήμης της ψυχολογίας και της συμβουλευτικής γονέων.

Γενικότερα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε γονιός δεν είναι τέλειος.

Εκείνο που είναι σημαντικό, είναι να έχει ο κάθε ένας κατά νου, ότι ο ίδιος αποτελεί, μέσω της συμπεριφοράς του και του τρόπου που διαχειρίζεται τα γεγονότα, πρότυπο ταύτισης και μίμησης για τα μικρά αγγελούδια του. Το παράδειγμά του, η συνέπειά του, οι ανακολουθίες του, η εφαρμογή – με φιλικότητα – των φυσικών και λογικών συνεπειών – περισσότερο από τα λόγια του – στην καθημερινότητα και  σε όλα τα επίπεδα ζωής, είναι αυτό που θα «κρατήσουν» και θα λάβουν υπόψη τους τα παιδιά του.

Δε μπορούν να απαιτούν από τα παιδιά, εκείνα που δεν τηρούν πρωτίστως οι ίδιοι.

«Τα όρια και οι κανόνες, βοηθούν το παιδί να νιώθει ασφάλεια και σεβασμό στο πρόσωπό του!”

Ειδικότερα συμβαίνει αυτό, όταν αυτοί οι κανόνες, εφαρμόζονται σε συνεργατικό κλίμα στην οικογένεια,  έκδηλη γενικότερα τρυφερότητα, φιλικό ύφος και όχι τιμωρητικό, ωστόσο σίγουρο, σταθερό και αδιαπραγμάτευτο».

Αρέσει σε %d bloggers: