“Τις τελευταίες μέρες νιώθω θλίψη, φόβο, αβεβαιότητα, ανασφάλεια, θυμό… Προσπαθώ να διαχειριστώ, όπως δεκάδες χιλιάδες άλλοι, αυτό που μας «χτυπάει» πάλι….” αναφέρει μία συμβουλευόμενη μου.

Άλλη θεραπευόμενη μου αναφέρει: “Αισθάνομαι φόβο, ανησυχία και μοναξιά. Ήμουνα που ήμουνα, κλειστός χαρακτήρας και τώρα νιώθω ότι με όλο αυτό που περνάμε, απομονώνομαι περισσότερο, πάνω που ήμουνα σε φάση να ανοιχτώ μέσα και από αυτή τη δουλειά που κάνουμε εδώ μαζί… Και το χειρότερο, σα να μην υπάρχει ορίζοντας πότε θα λήξει όλο αυτό. Αρχίζει και επηρεάζεται η καθημερινότητά μου και η ψυχολογία μου.. το βλέπω όμως και στο χώρο της δουλειάς μου… από τους συναδέρφους μου που λένε “άντε, πόσες καλημέρες θα πούμε σήμερα; λόγω του ποσοστού τηλε-εργασίας είμαστε μετρημένοι…. Στην καθημερινότητά μας πλέον, ούτε να φτιαχτείς λίγο παραπάνω, ούτε χρειάζεται να περιποιηθείς λίγο περισσότερο, το μόνο που σκεφτόμαστε  είναι “τι μήνυμα να στείλω στο 13033”.

Έχουμε μείνει με ένα κινητό στο χέρι, ένα Skype στο χέρι και με μεγάλη απόσταση… Νιώθω ότι μπαίνει η ζωή μου στον “πάγο” και σα να μην έχω την αίσθηση του χρόνου…. το καλοκαίρι εκεί που κάτι κανονίζαμε, ξεκανονίζαμε με το άκουσμα της  διασποράς του ιού  και τελικά, ακόμη η διασκέδασή μας παραμένει  το messenger!».

Δεν είναι οξύμωρο, αλήθεια, το ότι φθάσαμε  στο 2020  και είμαστε πιο ανασφαλείς, πιο φοβισμένοι, πιο  απελπισμένοι  και πιο μπερδεμένοι από ποτέ;

oscar-wildeΚάτοικοι ολόκληρων πόλεων μπαίνουν σε αναγκαστική καραντίνα, η δημόσια καθημερινή ζωή έτσι όπως την ξέραμε αλλάζει βίαια, δίνοντας μία εικόνα που μόνο σε σουρεάλ σενάρια φανταζόμασταν –  μακριά από τις ψυχολογικές ανάγκες των ανθρώπων, κάποιοι από τους οποίους προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν τα βαθύτερα νοήματα ενός τέτοιου αχαρτογράφητου κακού που τους συμβαίνει, προκειμένου να ισορροπήσουν.

Θεωρώ ότι ένα από τα ερωτήματα που τίθεται όχι άδικα,  είναι πόσο καιρό μπορεί ο άνθρωπος να αντέξει έτσι αποκομμένος και μακριά από άλλους ανθρώπους, μακριά από τη δική του κανονικότητα, το να ντύνεται σαν “αστροναύτης” με τη μάσκα, την ασπίδα, τα γάντια, τα αντισηπτικά στο χέρι, ως πλέον μία συνήθη αλλά και αναγκαία εικόνα και κατάσταση σε κάθε του βήμα;

Σύμφωνα με τη  μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών (Joint Research Centre-JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, «πρωταθλήτρια» στο αίσθημα μοναξιάς, ανασφάλειας και αβεβαιότητας σε σχέση με άλλες χώρες στην Ευρώπη, είναι η Ελλάδα. Ο ένας στους δέκα Έλληνες (το 10%), ένιωθε  συχνά μοναξιά – αίσθημα το οποίο επιδεινώθηκε στα πλαίσια του περιορισμού λόγω ιού, ενώ περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα  – (το 43%), συναντιόντουσαν με την οικογένεια ή τους φίλους τους και προ κορωνοϊού, το πολύ μια φορά το μήνα.

Είναι επίσης χαρακτηριστική ενέργεια που αφορά γενικότερα στον κόσμο, ότι  η βρετανική κυβέρνηση όρισε πριν από δύο χρόνια υπουργό Μοναξιάς.

Η κοινωνική απομόνωση ωστόσο – που βεβαίως εξ’ ανάγκης για λόγους προστασίας της υγείας ορθώς επιβάλλεται τελευταία – όσο και οι επιπτώσεις της, δεν αφορούν πλέον μόνο στους ηλικιωμένους αλλά και στους νέους. Σε σχετικό ρεπορτάζ του ειδησεογραφικού blog «Atlantic», γράφτηκε, ότι στην τηλεφωνική γραμμή για νέους που ενδιαφέρονται να επικοινωνήσουν με τον Βρετανό υπουργό Μοναξιάς, ένας από τους ανθρώπους που άφησαν μήνυμα, περιέγραφε την εμπειρία, τού να ζει αποξενωμένος σε μια μεγάλη πόλη:  «Κάθομαι στο σπίτι μου και παρακολουθώ τους ανθρώπους καθώς περπατούν και σκέφτομαι: “Πώς είμαι τόσο μόνος σε ένα μέρος με τόσο πολλούς ανθρώπους;”».

Η μοναξιά και η αβεβαιότητα, όπως διαφαίνεται από  τα αιτήματα που δεχόμαστε για υποστήριξη, αφορούν, όπως γνωρίζουμε ως επαγγελματίες ψυχικής υγείας, σε μια πραγματική κρίση, εν τέλει της δημόσιας υγείας.

Η μοναξιά και η κοινωνική απομόνωση, μπορεί να είναι τόσο επιζήμιες για τη σωματική υγεία, όσο το κάπνισμα 15 τσιγάρων την ημέρα αναφέρουν οι έρευνες.

Συγκεκριμένα, η έλλειψη της ανθρώπινης επαφής και σχέσης, φαίνεται να είναι ένας παράγοντας που αυξάνει την πιθανότητα πρόωρης θνησιμότητας κατά 26% και συνδέεται με την έναρξη άνοιας, και την υπέρταση. Επιβεβαιωτικά συνηγορούν, στο ότι η μοναξιά μαζί με την κατάθλιψη, πολύ σύντομα θα αποτελούν τις μεγάλες επιδημίες του 21ου αιώνα.

Σε μια εποχή όπου η επικοινωνία έχει καταστεί πιο εύκολη από ποτέ, η μοναξιά και η αβεβαιότητα αποτελεί μια σκληρή πραγματικότητα και μια ανησυχητική αντανάκλαση των καιρών μας γενικότερα, αλλά  και ειδικότερα για τις ευαίσθητες ιδιοσυγκρασίες, αυτά τα αισθήματα επιτείνονται σε συνθήκες περιορισμού όπως τώρα λόγω πανδημίας.

Το παραπάνω σκηνικό μπορώ να το κατανοήσω ως ψυχοθεραπεύτρια, στα πλαίσια των πιστεύω ενός σημαντικού διανοητή του 20ου αιώνα, μίας διάνοιας όλων των εποχών, που ονομάζεται Φρόιντ. Εκείνος έθεσε το μοιραίο ερώτημα για τους ανθρώπους, το κατά πόσον και σε ποιο βαθμό, η πολιτιστική μας εξέλιξη και ανάπτυξη, θα μπορούσε να κατορθώσει να κυριαρχήσει στην αναταραχή που επιβάλλουν τα εγγενή – από γεννησιμιού μας –  εσωτερικά μας αυτοκαταστροφικά και επιθετικά ένστικτά μας, ενάντια στην κοινοτική μας ζωή.

Τώρα μάλλον πρέπει να αναμένεται, ότι η μία από τις δύο παρορμήσεις μας και δυνάμεις που κουβαλάμε  επίσης από τη στιγμή που γεννιόμαστε, που είναι από τη μία το Ένστικτο της Ζωής που συμπεριλαμβάνει τον  Έρωτα, την Αγάπη, τη Δημιουργικότητα, την  Αισιοδοξία, θα κάνει μια προσπάθεια να διεκδικήσει τον εαυτό του, στον αγώνα με τον εξίσου αθάνατο αντίπαλό του που αποτελεί και την έτερη εγγενή τάση μας – κι αυτό είναι το ένστικτο του Θανάτου, με τη μορφή της Αυτοκαταστροφικότητας, της Επιθετικότητας, της Απαισιοδοξίας.

Με βάση τα παραπάνω, βιώνουμε ήδη αυτή την εποχή, μία από τις πιο ζοφερές και ασυναγώνιστες κινήσεις προς το θάνατο.
Στην εποχή του ο Φρόυντ, τότε, το 1931, καθώς ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία,  επέστρεψε στο προαναφερθέν αυτό σκεπτικό του και πρόσθεσε μια τελευταία γραμμή: «Αλλά ποιος μπορεί να προβλέψει με ποια επιτυχία και με ποιο αποτέλεσμα;»

Τώρα όπως όπως και  τότε, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα συμβεί στη συνέχεια με αυτή την πρωτοφανή συγκυρία του Κορωνοϊύ, παρά τα ελπιδοφόρα μηνύματα που όλοι ακούμε περί της εύρεσης του εμβολίου.

Με πάνω από ένα εκατομμύριο νεκρές ψυχές από τον COVID-19, με  σοβαρά ζητήματα στο προσφυγικό, ξηρασίες, πυρκαγιές και πλημμύρες ανα τον κόσμο, που καθιστούν τη γη ακατοίκητη και με το μίσος και τον φόβο που εκπαιδεύουμε ο ένας προς τον άλλο, δημιουργούμε νέες αδίστακτες συμμαχίες.
Εάν η «πολιτιστική μας ανάπτυξη» θέλει να διασφαλίσει την επιβίωσή μας, πρέπει να προχωρήσει γρήγορα! καθώς  έχουμε φθάσει σε ζοφερό σημείο κατακερματισμού και μοναξιάς, όπου η παρουσία μας έχει φθάσει να είναι ο μόνος μάρτυρας της παρουσίας μας…

 Στο δοκίμιό του «Πόλεμος και πανδημία στο Χαλέπι», γράφει ο αρθρογράφος Mohamad Kebbewar για τη Συρία,
«Κατά τη διάρκεια της επιδημίας, μια απλή χειραψία είναι πιο ενοχλητική και επικίνδυνη, από έναν εκτοξευτή πυραύλων κοντά στο σπίτι μας. Ο αόρατος κίνδυνος είναι αυτό που κάνει τον ιό θανατηφόρο… Στον πόλεμο, ακόμη και το πυροβολικό πρέπει να κάνει ένα διάλειμμα… ».

Συμπίπτουν οι σκέψεις μου με τις απόψεις του  έγκριτου όσο και πολύ αγαπητού ψυχαναλυτή κ.Σάββα Σαββόπουλου, που αναφέρει σε πρόσφατη συνέντευξή του στη LIFO, ότι στη ρευστή κοινωνική πραγματικότητα που ζούμε, επικρατεί ανασφάλεια και βία. Σε έναν αλλοτριωμένο κόσμο όπως σε αυτόν που έχουμε καταλήξει ως υφήλιος, ο ατομικισμός ενισχύεται και η αλληλεγγύη συρρικνώνεται. 

Οι πόλεις δεν είναι πλέον τόποι συνάντησης και ανταλλαγής ιδεών μεταξύ των ανθρώπων, αλλά χώροι εργασίας, οπτικών ινών και δικτύων κυκλοφορίας. Η μοναξιά δεν αφορά μόνο όσους ζουν μόνοι, αλλά και άτομα που ζουν μαζί με άλλους, αλλά νοιώθουν παρ’ όλα αυτά και πάλι μόνοι. Τονίζει ότι όσο χαλαρώνουν οι παραδοσιακοί θεσμοί και οι δεσμοί των ανθρώπων, τόσο η μοναξιά απλώνεται.

Η οικονομική ύφεση, η παγκοσμιοποίηση και ο αυτοματισμός, έχουν αυξήσει τον αριθμό των ατόμων που νοιώθουν ότι είναι αόρατοι και  ότι τους πνίγει το αίσθημα του αποκλεισμού.

Και είναι εύλογο θεωρώ το ερώτημα μας, γιατί νοιώθουμε σήμερα περισσότερο μόνοι από ποτέ;

Κάποιοι δεν αντέχουν να μένουν μόνοι τους και αναζητούν στηρίγματα. Αυτή η κατάσταση, τούς είναι αφόρητη και ενδέχεται να αρνηθούν ακόμα και την ύπαρξη του ιού αναφέρει και πάλι ο κ. Σαββόπουλος – και να αμφισβητήσουν την ενδεδειγμένη αντιμετώπισή του με την αναγκαιότητα της φυσικής απομάκρυνσης. Ουσιαστικά αρνούνται τον ιό,  γιατί δυσκολεύονται να μείνουν μόνοι και να απομονωθούν. Τότε εμφανίζονται και τα σενάρια συνωμοσίας και οι αποδιοπομπαίοι τράγοι καταλήγει.

Από την άλλη, το άτομο που δε διαψεύδει την αλήθεια και την  πραγματικότητα της διασποράς του ιού, απομονώνεται για να νιώσει ασφαλές. Σύντομα, όμως, χωρίς υποστηρικτικό ψυχικό πλαίσιο, η μοναξιά, ως μία άλλη μορφή “απώλειας”,  θα κυριαρχήσει, καθώς αυτή αποτελεί αφορμή να ξαναζωντανέψουν παλιές αγωνίες και τρόμοι,  αλλά και “ανοιχτοί άλυτοι και ατακτοποίητοι συναισθηματικοί λογαριασμοί” του παρελθόντος.

Ωστόσο, γενικότερα οι πιο θαρραλέοι  άνθρωποι και οι πιο ψυχικά θωρακισμένοι, απολαμβάνουν τη μοναξιά τους με τη μορφή της μοναχικότητας.
Δεν αναζητούν απαραίτητα τους άλλους, αλλά μπορούν να μένουν και μόνοι, να διαβάζουν, να ονειροπολούν, να ακούν μουσική ή και να μην κάνουν τίποτα, νοιώθοντας ότι ο εαυτός τους αποτελεί μία επίσης καλή παρέα να βρίσκονται μαζί.

Είναι γεγονός ότι η πανδημία, απομόνωσε τους ανθρώπους σημαντικά, αλλά ίσως ακριβώς αυτό, να  προσφέρει και ευκαιρίες στον καθένα μας, να αναμετρηθεί με τους φόβους του, καθώς σε συνθήκες “γαλήνιες”, μπορούσε πιο εύκολα να κουκουλώνει.

Υπό μια ευρύτερη οπτική, είναι σημαντικό να απενεχοποιηθεί η έννοια της «αρνητικότητας της μοναξιάς».

Η μοναξιά  μπορεί να αποτελέσει ένα “κουκούλι”, όπου μέσα του ο άνθρωπος να εξελιχθεί και να μεταβεί σε μία πιο ώριμη και ανώτερη φάση ανάπτυξης.
Σε αυτή την “προστατευμένη” συνθήκη,  θα έχει την  ευκαιρία  να σκεφτεί  τι δεν κάνει ο ίδιος σωστά, αλλά και ποια είναι τα όμορφα πράγματα που κάνει και τα έχει παραγνωρίσει, πόσο μπορεί να μπει στη θέση του άλλου και να τον συναισθανθεί, πόσο σαν άνθρωπος συνεργάσιμος είναι – χαρακτηριστικό υψηλής ψυχικής υγείας,  τι μηνύματα μπορούν τα διάφορα σωματικά συμπτώματα  που εμφανίζει συχνά να του μεταφέρουν,  αλλά και να σκεφτεί τι τον εμποδίζει  να χαίρεται στη ζωή του.

Σημαντικά ερωτήματα που  ο καθένας μας μπορεί να νιώσει την ανάγκη να  θέσει στον εαυτό του είναι:
“Πώς αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους σαν ανθρώπους;”
“Γιατί επιδιώκουμε  και παλεύουμε να είμαστε κάτι άλλο από αυτό που  είμαστε;”
“Πώς παραμένουμε ανθρώπινοι;”

Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα, όπου δυο σκηνοθέτες με διαφορετικές ιδεολογίες, μπορούν να αφηγηθούν το ίδιο περιστατικό και να μας ωθήσουν ο καθένας τους  να συμπαθήσουμε ανάλογα, τον έναν ή τον άλλον πρωταγωνιστή.

Οι αντιλήψεις μας άρα και η οπτική γωνία από την οποία βλέπουμε κάθε γεγονός, όπως και την  απομόνωση  της καραντίνας, έχει αποφασιστική σημασία για τον τρόπο που βιώνουμε το lockdown και τις επωφελείς ή όχι ενέργειες που θα επιλέξουμε.

Ωστόσο, επισημαίνουμε ως  επιστήμονες, ότι η κοινωνική απομόνωση, μπορεί πράγματι να οδηγήσει και στη μοναξιά.
Και εδώ ακριβώς είναι ο κίνδυνος. Ίσως ακόμη βέβαια, να μην τον έχουμε βιώσει εκτενώς – καθώς η γενική αίσθηση των ανθρώπων για την απουσία της άμεσης ατομικής ευθύνης τους για τα δεινά που περνάμε, προστατεύει  από την κατάθλιψη, τις τύψεις και τις ενοχές.

Τι κάνουμε λοιπόν; Θα μας “στρίψει” ή μπορούμε να διαχειριστούμε τη νέα κατάσταση;

Μπορεί να ακούγεται κάπως υπερβολικό ή ανέφικτο για ορισμένες ιδιοσυγκρασίες, ωστόσο είναι η ευκαιρία να δούμε το χρόνο μέσα από μια άλλη οπτική γωνία.
Όχι σαν κάτι που φεύγει κι εμείς μονίμως  κυνηγάμε να πιάσουμε, αλλά σαν κάτι που αφήνει το περιθώριο να βρούμε τον εαυτό μας.

Άλλωστε η ευτυχία των ανθρώπων δεν είναι αυτονόητη, δε νοείται ως έπαθλο επειδή κάποιος κοπίασε, ούτε εντάσσεται σε κριτήρια επιμελώς οριοθετημένα.

Η εικόνα ενός διαρκούς χαμόγελου ζωγραφισμένου στο πρόσωπο κάποιου, ή ενός μονίμως χαρούμενου ανθρώπου, που τίποτα δεν τον καταβάλει, μοιάζει πλασματική. Η ζωή περιλαμβάνει ευχάριστες, δυσάρεστες ακόμη και τραγικές στιγμές απελπισίας.

Όσο πιο γρήγορα αποδεχθούμε αυτή την πραγματικότητα, τόσο λιγότερο ψυχικό κόστος θα έχει ο περιορισμός της ελευθερίας μας, ειδικότερα όταν πρόκειται για  ένα υψηλό σκοπό.

Ποιες είναι οι επιπτώσεις της μοναξιάς και αβεβαιότητας του lockdown στη ψυχική αλλά και στη σωματική υγεία

Ο κόσμος είχε φθάσει να ενεργεί με έναν επιδερμικό και μηχανιστικό τρόπο, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι αυτό θα γυρίσει μπούμερανγκ, εις βάρος της  αυθεντικής επικοινωνίας με τον ίδιο του τον εαυτό, εις βάρος της γλώσσας του, εις βάρος των ονείρων του και εν τέλει εις βάρος της πραγματικής ανακούφισής του και ευτυχίας του.

Έτσι τελικά ο ψυχισμός του συρρικνώθηκε, η αντιμετώπιση της ζωής γινόταν διεκπεραιωτικά και εκφορτιστικά, χωρίς  να μεταβολίζει τα γεγονότα γύρω του. Γι’ αυτό παρατηρούμε έναν έντονο παρορμητισμό συχνά, “ένα άδειασμα” των εντάσεων, πετώντας το πρόβλημα στον απέναντι του,  χάριν της ανάγκης του για άμεση ανακούφιση, χωρίς να έχει καταφέρει να καλλιεργήσει τη σημαντική δυνατότητα της αναμονής και υπομονής πριν λάβει  κάποιο καλύτερο αποτέλεσμα σε μία κατάσταση.

Όσο αυτό συνεχίζεται, ευνοείται η συνθήκη να αναπτύξει ο οργανισμός μας διάφορα σωματικά και ψυχικά συμπτώματα ως έναν τρόπο το σώμα να “αρθρώσει” αυτά που παραμένουν  βουβά από λόγια και έχουν κουκουλωθεί, στο βωμό του να αποφύγουμε – όπως φανταζόμαστε- την εμπλοκή μας και την ένταση των δυσάρεστων συναισθημάτων, αναβάλλοντας ουσιαστικά, το να  βιώσουμε ψυχικό πόνο.

Η πανδημία επιβαρύνει κατά συνέπεια  αυτό το ποσοστό των ανθρώπων που ήδη απέφευγαν δυσάρεστες πλευρές του εαυτού τους. Όλοι όσοι εργαζόμαστε στο χώρο της ψυχικής υγείας, εκτιμούμε ότι θα πρέπει να αναμένουμε μία αύξηση στην εκδήλωση  ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, ή επιδείνωση προϋπαρχόντων παθογενειών.

Η κοινωνική απόσταση ή και η απομόνωση εν μέσω πανδημίας, δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τη μοναξιά

Σωτήρια φαίνεται να είναι η αποδοχή ότι ο κόσμος γυρνά με πιο αργό ρυθμό και η χρήση του χρόνου αυτού για ενδοσκόπηση, για μία στροφή στον εαυτό.
Για κοίταγμα μέσα μας και γύρω μας. Για αναρώτηση και αναστοχασμό για το  “τι θέλουμε και τι μπορούμε”.

Όποιος τα καταφέρει και αποκομίσει οφέλη εν μέσω καραντίνας και δεν γκρινιάζει για τα όσα δε μπορεί πια να κάνει, αλλά χαίρεται για όσα μπορεί να κάνει, αυτός θα βγει κερδισμένος», συμβουλεύει ο Γερμανός ψυχίατρος Μάνφρεντ Σπίτσερ μιλώντας για τον περιορισμό που έχει επιβληθεί λόγω κορωνοϊού.

Σημαντικά είναι τα μηνύματα που απορρέουν και από τις αναρτήσεις της Isabel Allende, που μέσω αυτών, τόσο απλά αγγίζει την ουσία της ύπαρξης μας.

“Μάθετε λοιπόν ποιοι είναι οι πραγματικοί φίλοι και οι άνθρωποι που θέλετε να είστε μαζί τους.

Τι πιστεύετε ότι μας διδάσκει η πανδημία;

Μας διδάσκει προτεραιότητες και μας δείχνει μια πραγματικότητα.
Την πραγματικότητα της ανισότητας. Πώς κάποιοι άνθρωποι περνάνε την πανδημία σε κότερο στην Καραϊβική και άλλοι πεθαίνουν από την πείνα.

Μας έμαθε και ότι είμαστε μία διευρυμένη οικογένεια.

Αυτό που συνέβη σε έναν άνθρωπο στην πόλη Wuhan της Κίνας, συμβαίνει πλέον στον πλανήτη, συμβαίνει σε όλους μας. Δεν υπάρχει τέτοια φυλετική ιδέα ότι είμαστε χωρισμένοι από την ομάδα και μπορούμε να υπερασπιστούμε την ομάδα ενώ οι υπόλοιποι δεν ενδιαφέρονται. Όλος ο κόσμος πληρώνει σα μία ομάδα. Κανένας δεν έμεινε έξω από τον χορό.

Δεν υπάρχουν τοίχοι, ούτε τοίχοι που να μπορούν να χωρίσουν τους ανθρώπους.

Δημιουργοί, καλλιτέχνες, επιστήμονες, όλοι οι νέοι, πολλές γυναίκες, εξετάζουν μια νέα ομαλότητα. Δε θέλουν να επιστρέψουν σε αυτό που θεωρούνταν φυσιολογικό.

Αναρωτιούνται τι κόσμο θέλουμε. Αυτή είναι η πιο σημαντική ερώτηση τώρα.

Αυτό το όνειρο ενός διαφορετικού κόσμου: εκεί πρέπει να πάμε.

Και σκέφτομαι: κάποια στιγμή κατάλαβα ότι έρχεσαι στον κόσμο για να χάσεις τα πάντα. Όσο περισσότερο ζεις, τόσο περισσότερο χάνεις. Πρώτα χάνετε τους γονείς σας, μερικές φορές πολύ αγαπημένους ανθρώπους γύρω σας, τα κατοικίδια σας, τα μέρη σας…

Δεν μπορείς να ζήσεις με το φόβο, επειδή σε κάνει να φαντάζεσαι πράγματα που δε συμβαίνουν και υποφέρεις διπλάσια.

Πρέπει να χαλαρώσουμε λίγο, να προσπαθήσουμε να απολαύσουμε αυτά που έχουμε και να ζούμε στο παρόν.

Δεύτερος κύκλος καραντίνας λοιπόν…. και κάνουμε υπομονή, προσπαθώντας  να μη χάνουμε την ελπίδα πως θα μεταβούμε σε μία άλλη ουσιαστικότερη και πιο εμπλουτισμένη κανονικότατα σε ένα σημαντικό ποσοστό. Γεγονότα όπως η εθελοντική προσέλευση νοσηλευτριών από το ένα άκρο της Ελλάδας, την Κρήτη και το Άργος, στο άλλο άκρο της βόρειας Ελλάδας, παρότι αποτελεί καθήκον τους και μέρος του λειτουργήματός τους με τον όρκο τους στο επάγγελμα υγείας που υπηρετούν, δεν παύει να μας συγκινεί  και να μας κάνει να ελπίζουμε, δίνοντάς μας στίγμα για τα καλύτερα κεφάλαια που έχουν τη δυνατότητα να γραφούν και να γίνουν πραγματικότητα παρά τις προκλήσεις.