Το σύνδρομο της Μήδειας… Σύνδρομο ή Σύμπλεγμα;

Το “Σύνδρομο ή Σύμπλεγμα της Μήδειας” ως όρος, αναφέρεται  στη σχετική έγκυρη και εξειδικευμένη διεθνή βιβλιογραφία και αρθρογραφία,  παραπέμποντας σε μία εκ των σοβαρών – ψυχικής φύσεως ή ψυχιατρικών – διαταραχών.

Ο ορισμός του «συνδρόμου της Μήδειας»

Πιο συγκεκριμένα, το «Σύνδρομο ή Σύμπλεγμα της Μήδειας», αναφέρεται  σε ένα είδος γυναικείας διαστροφής, επί εδάφους σοβαρής διαταραχής προσωπικότητας, όσο και διαταραχής συμπεριφοράς,  που στις ακραίες εκφάνσεις αυτής της παθολογίας εκφράζεται μέσω της βίας προς τα παιδιά,  είτε ενεργητικά (σωματική, ψυχολογική, σεξουαλική κακοποίηση),
είτε παθητικά (παραμέληση / υπερπροστασία).

Ειδικότερα, το εν λόγω σύνδρομο, πραγματεύεται τον προδομένο και απελπισμένο έρωτα μιας γυναίκας, που έχει ως καταστροφική κατάληξη την παιδοκτονία από τα ίδια της τα χέρια. Μία  ενέργεια μιας νοσηρής προσωπικότητας  της μητέρας (και κατ’ επέκταση του συζύγου/ πατέρα), που στην ουσία μόνο οργανικά έδωσε ζωή στα παιδιά της.
Ψυχολογικά δεν μεταμορφώθηκε ποτέ σε μητέρα.

Το προϊόν του τοκετού της αντίθετα, αποτελεί για  την ίδια ένα βάρος μισητό, το οποίο φαίνεται να βιώνεται ως ένα επιπλέον αβάσταχτο φορτίο, όποτε απομακρύνεται ο σύζυγος της και  πατέρας των παιδιών τους.
Τότε η ίδια, διακατέχεται από ασυγκράτητη επιθυμία να τον  τιμωρήσει  –  και το διαπράττει, με έναν  εκφορτιστικό  και αποτρόπαιο τρόπο, επιβάλλοντας στο παιδί τους, να “πληρώσει” για το δικό της πόνο!
Αντί δηλαδή, τη φόρτισή  που της προκαλεί η εγκατάλειψή της από τον άνδρα της,  να την επεξεργαστεί ψυχολογικά (μέσα της), εκείνη καταφεύγει σε ενέργειες (έξω της) ακραίας επιθετικότητας, χρησιμοποιώντας ως “εργαλείο” τα παιδιά τους.
Ο Daniel Stern, αμερικανός ψυχίατρος, το 1948, πρώτος αναφέρθηκε στη σχετική “ορολογία”, καταδεικνύοντας το  ευρύτερο  ζήτημα της γυναικείας βίας και εγκληματικότητας προς  παιδιά – και δη βίαιων γυναικών,  κατά των ιδίων των παιδιών τους.

Υπερ-προστασία παιδιού, ως μία έμμεση παραμέληση

Να επισημάνουμε εδώ παράλληλα, κι ένα άλλο συγγενές, ωστόσο φαινομενικά πιο “αθώο” ζήτημα, παρόλα αυτά επίσης  μεγάλου προβληματισμού και έντονης ενασχόλησης των ειδικών ψυχικής υγείας –  λόγω του δυσμενέστατου και καταστροφικού αντίκτυπου που έχει και πάλι στα παιδιά.
Αφορά στη  μητέρα, τη μεν  μη επικίνδυνη για τη σωματική ακεραιότητα του παιδιού της με την έννοια του σοβαρού τραυματισμού ή φόνου, η οποία όμως  – ως μία σύγχρονη “Μήδεια” συμβολικά,  “φονεύει” με έναν τρόπο,  κάθε μέρα τα παιδιά της.
Αυτό συμβαίνει πιο συγκεκριμένα, καθώς, αναλόγως των διακυμάνσεων της ψυχικής της διάθεσης την κάθε χρονική στιγμή, μέσα από τις καθημερινές της  αντιφατικές στάσεις, τα διπλά μηνύματα  που δίνει,  τη νευρικότητά της, τη ψυχρότητά της,  τη  στερητική, απόμακρη, τιμωριτική, απαξιωτική, και αυταρχική της στάση,  
ή ακόμα –  στον αντίποδα αυτής της, της συμπεριφοράς, επιδεικνύωντας  υπερβολική επιτρεπτικότητα και  απύθμενη επιείκεια, χωρίς εφαρμογή σταθερών κανόνων και ορίων, “ευνουχίζει” τα παιδιά της.
Μία μητέρα,  με τα χαρακτηριστικά αυτής της δεύτερης περίπτωσης, επιφέρει με τη συμπεριφορά της, σοβαρές συνέπειες σε ατομικό (στο παιδί της) και συλλογικό επίπεδο (στην κοινωνία), με τη δημιουργία  παραχαϊδεμένων παιδιών – υπερπροστατευμένων, με εύθραυστη και ασθενή ψυχική ανθεκτικότητα απέναντι στις δυσκολίες της κάθε ηλικιακής τους φάσης.
Παιδιών,  που εμφορούνται κατά συνέπεια,  από έντονο ψυχικό βάρος και πόνο. Νιώθουν σχεδόν “ανάπηρα”, με  χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση, στοιχεία που κατ’ επέκταση  οδηγούν τα παιδιά αυτά,  να αισθάνονται πολύ θυμωμένα (μαζί της), αφού τη θεωρούν ως υπαίτια για το ότι τα ίδια δε μπορούν  να τα καταφέρουν στη ζωή τους.
Κατ’ επέκταση αργότερα, θα είναι θυμωμένα και επιθετικά απέναντι και προς την κοινωνία (προς το κοινωνικό σύνολο), καθώς στο πρόσωπο της κοινωνίας, θα βλέπουν έναν απαξιωτικό ή αδιάφορο γονιό στον οποίο θα θέλουν να  επιτεθούν.
Τα παιδιά αυτά,  νιώθουν “λίγα” απέναντι στις καταστάσεις της ηλικίας τους και γιαυτό δυσφορούν, θυμώνουν, ή υπαναχωρούν πολύ εύκολα, διστάζουν να διεκδικήσουν, βαριούνται πολύ εύκολα, τα παρατάνε πολύ εύκολα, ζητούν συνεχή και κουραστική καθοδήγηση σε κάθε τους απλό βήμα.
Δεν ενεργούν ως ανεξάρτητα όντα, συνεργατικά και χαρούμενα.
Αντιθέτως είναι επιρρεπή σε εξαρτήσεις πάσης φύσης, tablet, ηλεκτρονικά παιγνίδια, κτλ., μπορούν να παρασυρθούν εύκολα από τον όχλο ή  από επιτήδειους και φαίνεται να είναι πιο ευάλωτα στο να εμφανίσουν ψυχοσωματικά συμπτώματα ή και κανονικές νόσους αργότερα, όσο είναι μικρά δε, τείνουν να είναι “αρρωστιάρικα”.

Σύνδρομο ή ακριβέστερα, σύμπλεγμα της Μήδειας;

Επανερχόμενη στο ερώτημα αυτό, άραγε ο ορθότερος όρος είναι  σύνδρομο ή σύμπλεγμα της Μήδειας;
Χαρακτηρίζεται ως  σύνδρομο, βάσει του ότι τα αίτιά του είναι πολυπαραγοντικά και πολυεπίπεδα.
Συνήθως η ψυχιατρική, ονομάζει “σύνδρομο”,  ένα σύνολο κλινικών συμπτωμάτων  που υποδηλώνουν μια συγκεκριμένη παθολογική κατάσταση, για την οποία μια άμεση αιτία δεν είναι απαραίτητα κατανοητή, ή υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με το συνολικό αριθμό των παραγόντων που την προκαλούν.

Σε κάποιες περιπτώσεις τα σύνδρομα, παίρνουν το όνομα τους από το πρώτο άτομο που εκδηλώνει τα συμπτώματα του συνδρόμου. Τα σύνδρομα κατά κύριο λόγο όμως, σπανιότερα συνδέονται με κάτι από το περιεχόμενο αυτής καθαυτής της διαταραχής. Για παράδειγμα το σύνδρομο των πολλαπλών τικς που παρατήρησε ο κύριος Tourette πήρε το όνομά του.

Αντίθετα ως σύμπλεγμα,  αναφέρεται σε ένα ψυχικό πλέγμα ή συνθήκη, το οποίο καθορίζεται από μια συγκεκριμένη φαινομενολογία (τακτική).
Για παράδειγμα, το “Οιδιπόδειο σύμπλεγμα”, αναφέρεται στο πρόσωπο του Οιδίποδα ο οποίος ήταν και ο δράστης (πατροκτόνος), διαπράττοντας την αιμομιξία (καθώς παντρεύτηκε τη μητέρα του).
Αφορά δηλαδή στον ίδιο τον πάσχοντα, στον οποίο πρώτα απ’ όλους, παρατηρήθηκε η εν λόγω κατάσταση.
Έτσι στο σύμπλεγμα,  αναφερόμαστε στο πρόσωπο αυτού που υπήρξε ο πρώτος διδάξας και όχι ο πρώτος περιγράψας.
Αφ’ ετέρου επειδή πρόκειται ασφαλώς, για μια συμπλεγματική ψυχική συνθήκη σε έναν  σκοτεινιασμένο νου.
Επικρατέστερο ανάμεσα σε αρκετούς ειδικούς είναι να αποκαλείται “σύμπλεγμα της Μήδειας”.

Από πού μπορεί να πηγάζει ένα τέτοιο σύνδρομο;

Οι λόγοι είναι σύνθετοι.

Σχέση γονέων-παιδιού & επίδραση οικογενειακού περιβάλλοντος

Τεράστιο ρόλο παίζει η σχέση του παιδιού με τους γονείς και την οικογένειά του, στα πρώτα 5-6χρ. ζωής του για την υγιή εξέλιξη της  ψυχοσεξουαλικής του ανάπτυξης.
Γεγονός είναι ότι διαμορφωνόμαστε σαν προσωπικότητες και ξαναδιαμορφωνόμαστε, από όσους μας έχουν, ή δε μας έχουν αγαπήσει, ιδιαίτερα σε αυτά τα πρώτα βρεφικά και παιδικά  χρόνια! Δηλαδή έχει  σημασία, τι ταυτίσεις κάνουμε νωρίς στη ζωή και ποιες είναι οι πρώιμές μας εμπειρίες, καθώς όλα αυτά, καταγράφονται μέσα μας στο ασυνείδητό μας και γίνονται χωρίς να το καταλαβαίνουμε, ο καμβάς του τρόπου με τον οποίο θα σχετιζόμαστε και θα ενεργούμε αργότερα στην ενήλικη ζωή.

Ρόλος ασυνειδήτου

Η ψυχική μας ζωή – όπως και η σωματική –  δεν είναι μόνο συνειδητή. Η σωματική είναι συνειδητή μόνο ως προς ό,τι βλέπουμε με τις αισθήσεις μας, όμως ένα σωρό όργανα κάνουν χιλιάδες διεργασίες χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.
Το ίδιο συμβαίνει και στη ψυχική μας ζωή.
Συνεπώς, είναι σημαντικός ο ρόλος που έχει στη ζωή μας το  λεγόμενο ασυνείδητο, καθώς και ο ρόλος των ασυνείδητων κινήτρων ως αίτια αλλά και εξήγηση, της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Το παιδί που κακοποιήθηκε χθες, είναι ο γονιός που κακοποιεί σήμερα.
Η βίαια μητέρα, έχει και η ίδια κακοποιηθεί.
Μοιραία είναι ταυτόχρονα θύμα, αλλά και θύτης, αφού προκειμένου να επιβιώσει της βίας ανταποδίδει βία – μηχανισμός ο οποίος ονομάζεται στην ψυχανάλυση, ως ταύτιση με τον επιτιθέμενο.

Αν κάποιος επομένως, είχε μία κακή σχέση με τους γονείς του όταν ήταν μικρός, οι πιθανότητες είναι να την αναπαράγει αυτή τη σχέση στην ενήλικη ζωή, είτε εκδηλώνοντας επιθετικότητα στους γύρω του, είτε παρουσιάζοντας αυτοκαταστροφικές τάσεις (επιθετικότητα ενάντια στον εαυτό του).

Πρόκειται για τη διαγενεαλογία του φαινομένου της βίας. Συγκεκριμένα εδώ στο σύνδρομο της Μήδειας –  βία προς τα παιδιά, τα οποία συνιστούν  τα υποπροϊόντα μιας «δηλητηριώδους διαπαιδαγώγησης» την οποία υπέστησαν, με συνέπεια να εσωτερικεύσουν μία άσχημη εικόνα για τον εαυτό τους.

Αντίθετα, μία θετική σχέση με τους γονείς, βοηθάει κάποιον να  αναπτύξει αισθήματα αλτρουϊσμού, να βλέπει τους γύρω του με φιλική προδιάθεση, να φερετε τρυφερά και ανεκτικά προς τους οικείους του και τα παιδιά που θα αποφασίσει να φέρει στον κόσμο – χωρίς ταυτόχρονα να αφήνει να καταπατώνται βασικά δικαιώματά του από αυτά, αλλά και να αντέχει στις ματαιώσεις και ανατροπές που αναπόφευκτα έχει η ζωή.

Η μητρική και γονεϊκή αρχική αγάπη και ενδιαφέρον που είχε εισπράξει κάποιος, τον βοηθούν να παίρνει δύναμη, να αυτοσυγκρατείται, να μη φέρεται παρορμητικά, να αναπτύσσει τη δυνατότητα της υπομονής,  με την οποία επεξεργάζεται τις δυσκολίες του μέχρι να βρει ενδεδειγμένες υγιείς λύσεις και διεξόδους, αντέχοντας προσωρινά την  απογοήτευση και τον ψυχικό πόνο.

Ο μύθος του μητρικού ενστίκτου

Καταρρίπτεται ο μύθος του γονεϊκού και μητρικού ενστίκτου που έβρισκε έκφραση στην έκπληκτη αναρώτηση του καθημερινού ανθρώπου:  “υπάρχει μάννα που δεν αγαπά το παιδί της? Αποκλείεται!”
Ίσως από τις πιο φαντασμαγορικές περιγραφές, είναι εκείνη του Jean Paul Sartre, στο τέλος της δεκαετίας του ’40, όπου αναφέρει για τη μητέρα:    
 «πρόκειται για μία κοιλότητα μεγάλη,   μια χώρα ολόκληρη, όπου εκεί συμβαίνουν πολλά πράγματα, ευδαιμονίας, αλλά και τρόμου!»

Πορίσματα ερευνών σε παιδιά και εφήβους,  μαρτυρούν, ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των παιδιών με ιδιαίτερες δυσκολίες σχέσεων και συμπεριφοράς, των παιδιών με αντικοινωνική  βίαιη και επιθετική συμπεριφορά όπως π.χ. το bullying,  ή  των παιδιών ταραξιών – όπως στο κάψιμο της Αθήνας πριν  χρόνια,  ή  και η εμφάνιση σοβαρών διαταραχών στην παιδική και αργότερα στην ενήλικη ζωή – όπως η άσκηση βίας στα παιδιά από τις μητέρες τους, η σχολική φοβία, η υπερβολική συζυγική ζήλια, η δυσανεξία στη ματαίωση, οι διαταραχές προσοχής στα μικρά παιδιά, η υπερκινητικότητα, τα σεξουαλικά προβλήματα αργότερα όπως πχ. η στυτική δυσλειτουργία ή η πρόωρη εκσπερμάτιση στους άνδρες, η  ομοφυλοφυλία και στα δύο φύλα,  δεν αφορούν στα παιδιά των χωρισμένων οικογενειών  όπως συνήθως ακούγεται,   όσο σε  εκείνα που στερήθηκαν για  σημαντικό διάστημα στην τρυφερή αυτή περίοδο της παιδικής τους ηλικίας, ή παντοτινά, την αγαπημένη τους μητέρα, ή  που έζησαν με μία πολύ κακή μαμά.

Αποτελεί θέμα τύχης λοιπόν, σε τι γονιών χέρια θα βρεθεί ένα παιδί.
Όπως ανέφερε ένα εξαιρετικός ψυχαναλυτής ο Winnicott, «όλες οι μητέρες δεν είναι οικουμενικά καλές, ούτε «αρκούντως καλές».«Το παιδί σε ακραίες περιπτώσεις, χρησιμοποιείται ως δοχείο δηλητηρίου, όπου ο γονιός μπορεί να προβάλει (να αποδώσει) κομμάτια της δικής του ψυχής  τα οποία αποποιείται».

Ο Freud δήλωνε, ότι ο ψυχισμός μας συστεγάζει αντιθετικά συναισθήματα, δηλαδή ταυτόχρονα την αγάπη και το μίσος, την τρυφερότητα και την ωμότητα και μάλιστα τα δύο αυτά αντιθετικά συναισθήματα μπορούν ν’ αφορούν ταυτόχρονα στο ίδιο αγαπημένο πρόσωπο.

Η μητέρα για το παιδί, ίσως τελικά να είναι ο μόνος άνθρωπος,  στον οποίο το παιδί βλέπει, τόσα διαφορετικά πρόσωπα με  τόσα αντικρουόμενα συναισθήματα.  Με την αγάπη της  να μην μπορεί να  λείπει,  αλλά και την υπόστασή της, να γίνεται ενίοτε αφόρητη, έως και κακοποιητική, αφού είναι άλλοτε καλή,   και άλλοτε κακή.

Έτσι και οι πιο τρυφερές σχέσεις μας συνοδεύονται από ένα μικρό μέρος εχθρότητας.

Οι μητέρες που φθάνουν να  κακοποιήσουν (σωματικά ή και σεξουαλικά) το παιδί τους,  εκδραματίζουν με τη βίαιη συμπεριφορά τους, μέσα από το σώμα του παιδιού τους, ουσιαστικά εμπειρίες της δικής τους κακοποίησης οι οποίες με την εγκυμοσύνη και τη  γέννηση του παιδιού επαναδραστηριοποιούνται – χωρίς να  μπορούν αυτές οι σκέψεις,  να γίνουν αντικείμενο ψυχικής επεξεργασίας  μέσα τους (αδυνατούν να τις επεξεργαστούν ψυχικά).

Αδυναμία ανοχής στη ματαίωση

Μια μαμά, ειδικότερα η ψυχικά επιβαρυμένη, ταλαιπωρημένη και στερημένη, μπορεί να περιμένει από τα παιδιά της να τη στηρίξουν να της δείξουν αγάπη και κατανόηση, να της δώσουν την ικανοποίηση που ο άνδρας της δε μπορεί να της δώσει.
Μπορεί να ελπίζει ότι μέσω της μητρότητας, μπορεί να τα ξεκινήσει όλα από την αρχή και να ξαναγεννηθεί.
Απογοητεύεται όμως βαθειά, καθώς το βρέφος ή το μικρό παιδί, όχι μόνο δε μπορεί να ικανοποιήσει αυτές τις ανάγκες της, αλλά είναι το ίδιο απαιτητικό και υπάρχει πρωτίστως για να ικανοποιήσει το δικό του Εγώ.
Αισθάνεται τότε ευάλωτη, ένοχη, αποτυχημένη, κουρασμένη τα εισπράττει όλα ως μία προσωπική ήττα.
Είναι και τα κλάματα του παιδιού της που δεν τα αντέχει: οπότε μία διέξοδος/ λύση είναι, ή ο χαμός της ίδιας, ή ο χαμός του παιδιού της: αφανίζοντας το παιδί αισθάνεται ότι το προστατεύει από τη νοσηρότητα του μυαλού της και την αναξιοσύνη της.

Ναρκισσισμός στο σύνδρομο της Μήδειας

Τη δε απομάκρυνση του άνδρα της, η υπεροπτική γυναίκα νάρκισσος, τη βιώνει  με ένα επιπλέον αίσθημα ντροπής και ταπείνωσης, που πλήττει αιμορραγικά το Εγώ της. Νοιώθει απαξιωμένη και ανεπαρκής αφού δεν κατάφερε να κρατήσει τον άνδρα της  ( κατά τον αρχαίο μύθο, τον Ιάσονα) και καταλαμβάνεται από ναρκισσιστική οργή την οποία δεν έχει τη δυνατότητα επεξεργαστεί ψυχικά. Οπότε την εκφορτίζει  βίαια σε αυτά που θεωρεί ναρκισσιστικές προεκτάσεις της, που είναι τα παιδιά της.

Είμαστε αντιμέτωποι  εδώ με μία υπερβολική ναρκισσιστική ευθραυστότητα. Ένας τέτοιος τύπος γυναίκας, μπορεί ακόμα και να σκοτώσει για να σώσει το πληγωμένο της γόητρο. Την ίδια στιγμή που ζει το δράμα της, γίνεται ξεχωριστή μέσα από αυτό καθεαυτό το έγκλημα γράφοντας ιστορία. 
Τα παιδιά εδώ, γίνονται το δοχείο αδειάσματος των εντάσεων της.

Γενικότερα η νοσηρή και βίαια μητέρα, μπορεί να ζει ένα αίσθημα κενού, ρηχότητας και κατάθλιψης, οπότε επιθυμεί αρχικά ένα μωρό μέσα στο σώμα της για  να την «γεμίσει». Αισθάνεται «άδεια» καθώς εξαιτίας της δικής της βίαιης μαμάς, δεν έχει εσωτερικεύσει  κάτι “καλό”, δηλαδή μια “καλή μαμά”.

Η ανάπτυξη του κακώς εννοούμενου ναρκισσισμού σε ένα άτομο, ξεκινάει από πολύ νωρίς,  όταν το παιδί  μάθει από μικρό  από τη μαμά του, να του τα δίνει και να τα επιτρέπει ΟΛΑ  – πάντοτε, αμέσως όταν τα ζητήσει!  Έτσι μεγαλώνει χωρίς να  διαθέτει το σύμβολο της έλλειψης   και μαθαίνει να μη συμβιβάζεται με την πραγματικότητα των καθημερινών ματαιώσεων.

Ρόλος του Πατέρα ως εκπροσώπου του (ηθικού) νόμου και της αποκατάστασης της τάξης

Ο Lacan, ψυχαναλυτής, επισημαίνει  ιδιαίτερα, τον καταλυτικό ρόλο που διαδραματίζει ο  πατέρας ως τρίτο πρόσωπο και ως εκπρόσωπος του ηθικού νόμου,  ο οποίος διαμεσολαβώντας στη δυαδική σχέση ανάμεσα στη μητέρα και στο παιδί, “σώζει” το παιδί  από  την υπερβολή της μητέρας ή και τις ακρότητές της,  βάζοντας όρια, κανόνες και θέτοντας συνέπειες.
Η  πατρική λειτουργία, μας διδάσκει η επιστήμη της ψυχολογίας και ψυχανάλυσης,  βοηθά το παιδί να εξανθρωπιστεί, να κοινωνικοποιηθεί και να μάθει να αντιμετωπίζει με θάρρος τις απογοητεύσεις στη  ζωή του.
Έτσι καθώς μεγαλώνει,  ξεκινάει να έχει μία αίσθηση πρωταρχικής ηθικής, καθώς εσωτερικεύει τον συμβολικό αυτό “νόμο” και μαθαίνει να επεξεργάζεται ψυχικά τις δυσκολίες χωρίς να καταφεύγει σε άναρχες παρορμητικές πράξεις.

Ένα μεγάλο πρόβλημα ειδικότερα αρκετών σύγχρονων κοινωνιών, είναι  αυτό στο οποίο μεγάλοι ψυχαναλυτές όπως ο Λακάν  αναφέρονται:  “Ιδού!,  ζούμε την εποχή των καταφρονεμένων πατεράδων”!  δηλαδή, του απαξιωμένου και αδύναμου νόμου.

Θεωρώ κατ’ επέκταση, ότι μία από τις πιο επικίνδυνες εξελίξεις στην εποχή μας, είναι οι “Fatherless Societies” –  οι κοινωνίες  δηλαδή, με ασθενική τη φιγούρα του (απόντα ή παρόντα δεν έχει σημασία) πατέρα,  και την κατάλυση των ορίων  να επικρατεί, αφού βιώναμε μέχρι πρότινος κι ακόμη, το
“όλα για την πάρτη μας”! σε  μία προστακτική του να απολαμβάνουμε συνεχώς και να τα έχουμε/βρίσκουμε όλα έτοιμα και  εύκολα.                                                                   

Αδυναμία να βιωθεί το Πένθος (Νηπενθής)

«Εμπρός καρδιά μου, αποχαιρέτα και βρες την υγειά σου!» θα έλεγε ο Hermann Hesse.

Αντίθετα η Μήδεια δεν αποχαιρετά, είναι νηπενθής (δεν πενθεί),  δε δέχεται την έλλειψη (τον ευνουχισμό της), αρνείται το γεγονός ότι έχασε τον άντρα της.  Θέλει να τον κρατήσει πάση θυσία, δε διαπραγματεύεται την απόδρασή του. Αρνούμενη να θρηνήσει τον Ιάσονα που έχασε, παλινδρομεί, τρελαίνεται από οργή και  με ανεπεξέργαστη, ωμή αυτοκαταστροφική και ετεροκαταστροφική ωμότητα φτάνει στο “όλα ή τίποτα”!

Αντί ν’ αφήσει τον Ιάσονα  να φύγει, σκοτώνει τα παιδιά της. Αυτή είναι μία  μοιραία διχοτόμηση του Εγώ της: ή όλα η τίποτα.
Δεν είναι σε θέση να υφίσταται, ν’ «ακρωτηριάζεται», ο ναρκισσισμός της δεν της επιτρέπει επουδενί να “χάνει”, θυσιάζοντας ένα “μέρος”,  για να σώσει το “όλον”.
Αυτή είναι η χαρακτηριστική ακαμψία της παθολογίας της :
μη δυνάμενη να πενθήσει εν μέρει, δηλαδή να καμφθεί λίγο, σπάει κομματιάζεται και βουλιάζει μαζικά,  μέσα σε μια ασυγκράτητη μανία αφανισμού.
Ειρωνεία: αυτή που  δεν καταδέχεται να “χάνει”,  καταλήγει να τα χάνει όλα σε  μια εκδήλωση της ενόρμησης του θανάτου -τάσης καταστροφικότητας,  (σε αντίθεση με την ενόρμηση της ζωής),  όπως αναφέρεται ψυχαναλυτικά, η αρνητικοποίηση της ζωής.

Υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια που εμφανίζει μια σύγχρονη “Μήδεια”;

Μία μητέρα η οποία φροντίζει τις πρωταρχικές βιολογικές ανάγκες του παιδιού της, αλλά δεν είναι σε θέση να κατανοήσει τις ψυχικές του ανάγκες, να το κοιτάξει στα μάτια να του χαμογελάσει, να παίξει μαζί του, να το χαϊδέψει, να του καταπραϋνει τους φόβους, να απορροφήσει τα παιδικά του άγχη και ανησυχίες, να του τραγουδήσει, γίνεται – με έναν τρόπο ασυνείδητο – μία μητέρα στερητική. 

Άρα είναι μεγάλη τύχη να “πέσεις” στα χέρια μίας καλής και υπεύθυνης μαμάς!

Επιπλέον αντίδοτο είναι και η καλή συντροφική σχέση που αποτελεί το ζωντανό κύτταρο και το παράδειγμα για τα παιδιά μια οικογένειας. Η απουσία επομένως καλής συντροφικής σχέσης, θα συνέβαλε στα επιπλέον ενδεικτικά προειδοποιητικά στοιχεία, μαζί με τη ψυχρότητα της γυναίκας αυτής ή την επίδειξη υπερβολικής ψυχραιμίας της, του απρόσφορου συναισθήματός της – δηλαδή της άσχετης συναισθηματικής της ανταπόκρισης, η οποία δε συνάδει με τη βαρύτητα της κατάστασης, του περιβάλλοντος, του θέματος κάθε φορά, π.χ. να γελάει ενώ περιγράφει κάτι θλιβερό, ή να έχει βίαιες κινήσεις. Αντιθέτως και η επίδειξη ακραίας και υπερβολικής αφοσίωσης και προστασίας του παιδιού, θα ήταν ένα ύποπτο σημάδι.

Έχει κάποια χαρακτηριστικά ένας γονιός “Μήδεια”; Είναι ο ναρκισισμός ένα από αυτά;

Ήδη από το 1917 ο Freud υποστήριζε ότι οι µαταιώσεις στη ζωή, απελευθερώνουν τις επιθετικές μας αντιδράσεις, οι οποίες γίνονται μεγαλύτερες όσο μεγαλύτερη θεωρούμε την ματαίωση.

Ειδικότερα, όταν οι άμυνες του Εγώ (του οργανισμού μας) «χωλαίνουν»,  τότε το κάθε αρνητικό εξωτερικό ερέθισμα, μας πέφτει βαρύ: περνά απευθείας μέσα μας και διατρυπά τον ψυχισμό μας, πλήττοντάς τον.

Στην παθολογία του ναρκισσισμού, το κάθε τραυματικό γεγονός,  έχει σοβαρές συνέπειες στο ναρκισσισμό του ατόμου και συγκεκριμένα στη γυναίκα στο εν λόγω σύνδρομο της Μήδειας.
Τραύματα τα οποία σχετίζονται με την απώλεια, τον αποχωρισμό, την  προδοσία, την αγωνία θανάτου, οδηγούν σε ναρκισσιστικά πλήγματα και στη συνέχεια σε ναρκισσιστική οργή, η οποία περιλαμβάνει την καταστροφικότητα ως αντίδραση στο αίσθημα ντροπής που βιώνει η γυναίκα αυτή.

Προκύπτει τότε η ανάγκη εκδίκησης του άλλου, μόλις το άτομο φανταστεί με οποιονδήποτε τρόπο ότι αμφισβητείται.

Μέγας ανθρωπιστής ο Ευριπίδης, θέλει να προβληματίσει με τα έργα του, ανατρέποντας την ανέκαθεν αποκλειστικά θετική εικόνα της «ζωοδόχου και βρεφοκρατούσας» μάννας.

Ακόμη και μία “μάννα”, κάτω από εξαιρετικά ιδιαίτερες συνθήκες ψυχισμού, μπορεί να κυριευθεί από ανεξέλεγκτο πάθος που ξεπερνά την κτηνωδία.

Ο Freud έγραφε ότι ήταν έκπληξη η ανακάλυψη ότι ένα ασυνείδητο συναίσθημα έχει τη δύναμη να μετατρέψει ένα άτομο σε εγκληματία. Κατ’ επέκταση, τεράστιος ο ρόλος του ασυνειδήτου γενικότερα στη ζωή μας.

Η σκληρότητά των γυναικών αυτών, αρχίζει να εκδηλώνεται από την παιδική τους ηλικία,  ενώ πολλαπλά είναι τα κατορθώματά τους. Είναι υπεροπτικές και όταν αποκαλυφθούν τα εγκλήματα τους «λαμβάνουν όψιν ηθοποιού επί σκηνής». Συνήθως είναι νοήμονες και ειρωνικές.

Είναι απόλυτα ψυχρές, αμετροεπείς και φτάνουν στο έγκλημα της παιδοκτονίας σχεδόν χωρίς δισταγμούς χωρίς να πονάνε, χωρίς ενδοψυχικές συγκρούσεις.

Η εγκαταλειμμένη και μειωμένη γυναίκα γίνεται “ξεχωριστή”, μέσα από αυτό καθεαυτό το έγκλημα.

Μπορεί ένας άνδρας να εμφανίσει το σύνδρομο αυτό;

Όπως διαπιστώνουμε από την εξειδικευμένη διεθνή  αρθρογραφία, αλλά και μέσα από την ψυχοθεραπευτική μας εμπειρία και πράξη, το φαινόμενο αυτό, αφορά και στους άνδρες, με προεξάρχουσες τις ίδιες δυναμικές και για τους  ίδιους λόγους και αιτίες.
Μάλιστα επιπροσθέτως – και είναι και επίκαιρο το θέμα  τις ημέρες που διανύουμε, με αφορμή το ότι κατά κύριο λόγο οι άνδρες γενικά ξεκινούν τους πολέμους ανά τους αιώνες, τίθεται κι ένας ευρύτερος προβληματισμός:
Γιατί, σε τελευταία ανάλυση η “Μήδεια” μόνο να κατηγορείται ως εγκληματίας, την ίδια στιγμή που απαλλάσσονται όσοι κάνουν τους πολέμους και ευθύνονται για εκατομμύρια θανάτους παιδιών σ’ όλο τον κόσμο;

Άρθρο της ψυχοθεραπεύτριας και συμβούλου οικογένειας,’Ερης Κεχαγιά στο OW.GR